Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Eίναι στα μάτια της

Στις 9 Οκτωβρίου 2012, κάπου στο Πακιστάν, ένας οπλισμένος Ταλιμπάν μπαίνει σε ένα λεωφορείο και ψάχνει μια κοπέλα 15 χρονων. Την εντοπίζει, πυροβολεί, και η κοπελα τραυματίζεται σοβαρά. Το βίαιο περιστατικό συγκλονίζει όχι μόνο τη χώρα της αλλά και όλο τον δυτικό κόσμο. Όταν η κοπελα αναρρώνει, την ρωτούν αν φοβάται για τη ζωή της και απαντά. "Το σκέφτομαι συχνά και φαντάζομαι ξεκάθαρα τη σκηνή. Ακόμη κι αν έρθουν να με σκοτώσουν, θα τους πω ότι αυτό που προσπαθούν να κάνουν είναι λάθος, ότι η Παιδεία είναι βασικό μας δικαίωμα." Βλέπετε η κοπέλα αυτή δεν είναι μια τυπική 15χρονη , όπως είμασταν εμείς ή οπως είναι οι περισσότερες κοπέλες που ξέρουμε. Η κοπέλα είναι η Μαλάλα Γιουσαφζαι που από παιδί αγωνίζεται για αυτό που εμείς και οι περισσότερες κοπελες θεωρούμε αυτονόητο. Για την εκπάιδευση των γυναικών, που απαγορεύτηκε όταν κατελαβαν την κοιλάδα του Σουατ στη χώρα της οι φανατικοι Ταλιμπαν.
Οι εξτρεμιστές αρχικά απαγόρεψαν τη μόρφωση στα κορίτσια, βομβαρδισαν πολλά σχολεία και στη συνέχεια απαγόρεψαν ακόμα και την έξοδο τους απο το σπίτι. Η Μαλάλα Γιουσαφζαι, μόλις έντεκα χρονών τότε, τόλμησε αυτό που δεν τόλμησαν άλλες κι άλλοι. Άρχισε να γράφει ανώνυμα σε μπλογκ περιγράφοντας την κατάσταση στη χώρα της, βάζοντας τη ζωή της σε μεγάλο κίνδυνο.Και όντως, αργότερα όταν αποκαλύφθηκε η ταυτότητα της έγινε για τους Ταλιμπαν ο νούμερο 1 στόχος.
Γιατί δυστυχώς, ενώ λέμε πως η ανθρωποτητα έχει εξελιχθεί ,ενώ απολαμβανουμε οικουμενικά τους καρπούς της τεχνολογίας, υπάρχουν ακόμα περιοχές βυθισμένες στο σκοτάδι, σημεία που ο κόσμος έχει βαλτώσει και η ανθρωπινη ζωή έχει μηδενική αξία. Και στις περιοχές αυτές αναδεικνυονται ήρωες. Ηρωίδες. Αγωνιστές και αγωνίστριες ενάντια στη βαρβαρότητα. Άνθρωποι ζωντανοί με τη φλόγα του πνευματος να τους καίει, που ορθώνουν το ανάστημα τους και απαιτούν. Απαιτούν αξιοπρέπεια, ισότητα, δικαίωμα στη μόρφωση και δικαίωμα στη ζωή. Διακινδυνεύοντας τη δική τους ζωή.
Ο πατέρας της Μαλάλα είναι ένας τέτοιος αγωνιστής και όπως αρμόζει στους αγωνιστές μεγαλωσε την κόρη του ελευθερα και την άφησε να ονειρεύεται. Κι εκείνη ονειρευόταν να σπουδάσει, να γίνει επιστήμονας γιατρός τότε, πολιτικός αργότερα. Και κάποιοι ήθελαν να της το στερήσουν αυτό.
Η Μαλάλα όμως δεν δέχτηκε στωικά τη μοίρα της.. Αποφάσισε να πολεμήσει. Η Μαλάλα ειναι μια γενναία γυναίκα από τα 11 ήδη, πριν γίνει καν γυναίκα. Κι είναι πιο δυνατή απο οποιονδήποτε φανατικό μισαλλόδοξο Ταλιμπαν. Γιατι η Μαλάλα κατάλαβε, η Μαλάλα ξέρει.
Βρηκε το οπλο που μπορεί να εξουδετερώσει το τυφλό μίσος και τη διανοητική πώρωση.
Το λένε παιδεία, το λένε μόρφωση. Πραγματική γνώση.
Για αυτό η Μαλάλα τρομάζει και θα τρομάζει πάντα τους Ταλιμπάν και κάθε Ταλιμπαν.
Για αυτο κι εσυ αγαπητέ αναγνώστη/αναγνωστρια, που ζεις σε ένα περιβαλλον όπου η μόρφωση και η προσβαση στη γνώση είναι ελευθερη, σκέψου τη Μαλάλα και τη ζωή της. Και κάθε φορά που απογοητέυεσαι, κάθε φορά που νομιζεις πως όλα τελείωσαν, πως ο κόσμος αυτός δεν αλλάζει και πως δεν υπάρχει καμιά ελπίδα, σκέψου ότι μπορεί να κάνεις και λάθος. Γιατί ελπιδα υπάρχει και πάντα θα υπάρχει. Τη βλεπεις και τη βλεπω. Είναι αυτη τη στιγμή μπροστά σου, μπροστά μου και θα είναι εκεί για πάντα.
Είναι στα μάτια αυτής της κοπέλας.


Το κείμενο μου αυτό έχει δημοσιευτεί και  στο diekdikw.gr

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

O Λουις Μπουνιουέλ και η μετά θάνατον ζωή (από την ταινία του Λος Ολβιδάδος)

Ο πιο αδίσταχτος, μοχθηρός και bad to the bone τυπος που έχω δει ειναι ένας ήρωας του Λουις Μπουνιουελ, στο αριστούργημα του Λος Ολβιδάδος. Ξεχασμένος από την κοινωνία (οπως λέει ο στομφώδης ελληνικός τίτλος), ζει και βασιλεύει στη δική του κοινωνία, αυτή που εμείς οι καλοζωισμένοι βρίσκουμε μόνο στους εφιάλτες, στη μεγάλη οθόνη και στις αφηγήσεις των παλιότερων. Είναι ένας αλητάμπουρας, ένας outlaw, ένας έφηβος που μυεί και στη συνέχεια καταδιώκει ένα μικρό παιδί. Το παρακολουθεί, το εκβιάζει, το κυνηγάει, το τρομοκρατεί, πιάνει με τα βρωμόχερα του ό, τι πολυτιμότερο έχει ο μικρός και το μαγαρίζει. Είναι ένας άνθρωπος μισητός.
Βεβαια κι αυτός έχει υπάρξει παιδι, της εποχής του, της φτώχειας, της βίας, της έλλειψης σε όλα τα επίπεδα. Είναι ένα κακοποιημένο παιδί που κακοποιεί ένα άλλο παιδί. Αλλά το άλλο παιδί δεν είναι σαν κι αυτόν. Έχει ακόμη μέσα του κάτι, έχει ακόμα ζωή, ελπίδα. Ειναι παιδί ακόμα. Ο έφηβος όμως δεν νοιάζεται. Επί 80 λεπτά κυνηγάει εναν ομοιο του, έναν πιο ανίσχυρο, τον τιμωρεί σαδιστικά με κάθε τρόπο, και στο τελος τον τσακίζει και τον αποτελειώνει.
Και τον έφηβο όμως κάποιος τον αποτελειώνει. Ο επίσημος αντίπαλος του, ο νόμος. Ο έφηβος σωριάζεται στο έδαφος και βλέπουμε με τα μάτια του τις τελευταίες του εικόνες. Έναν μαύρο σκύλο. Το παιδί που μόλις σκότωσε να τον φωνάζει, το παιδί το σκύλο, το παιδί, το σκύλο.
Βλεπουμε τον κακό έφηβο να βασανίζεται για λίγα δευτερόλεπτα, για μια στιγμή, μια σκηνή. Και η ταινία τελειώνει.
Κι εγώ έχω κολλήσει πολυ καιρό με αυτή τη σκηνή. Με τη σκηνή που μου έλυσε για πάντα την απορία για τη μετά θανατον ζωή .Και σκέφτομαι πως από τοτε έχει περάσει πολύς καιρός και δεν έχω δει μια ταινία που να μου μείνει.


Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

Πες μου τι γίνεται με εκείνα τα παιδιά



 H φωτογραφία είναι έργο του Ισραηλινού καλλιτέχνη Armir Schiby για τέσσερα παιδιά που έχασαν τη ζωή τους, τους Αhed Atef Baktou, Zakaria Ahed Bakr, Mohamed Ramez Bakr και Ismael Mohamed Bakr, την ώρα που έπαιζαν ποδόσφαιρο στην παραλία της Γάζας.

                          
                          
Τα κανονικά παιδιά
γεννιούνται κανονικά, 
μεγαλώνουν κανονικά, 
ονειρεύονται κανονικά, 
ερωτεύονται κανονικά
και πεθαίνουν κανονικά

Πες μου μαμά...
Πες μου τι γίνεται μ’ εκείνα τα παιδιά
που αν και γεννιούνται κανονικά, 
δε μεγαλώνουν κανονικά
δεν ονειρεύονται κανονικά, 
ούτ’ ερωτεύονται κανονικά

Πες μου μαμά...
Πες μου αν πεθαίνουν
Πες μου αν πεθαίνουν κανονικά

Τρύπες.






Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

Το σκουπιδάκι στο μάτι

Σαλβαδόρ Νταλι, για την ταινια του Αλφεντ Χίτσκοκ Spellbound. Curtain of eyes

Σήμερα είναι μεγάλη μερα. Εγώ κι η “Ιδέα” μου κλείνουμε 2 χρόνια γνωριμίας. Εχω κατεβάσει απο την ντουλάπα το καλό μου το κουστούμι, έχω μαγειρέψει ένα ξεχωριστό, εξωτικό πιάτο και θα ανοίξω κι εκείνη τη τη Γαλλική σαμπάνια που φυλάω εδω και πολυ καιρό, για ειδικές περιστάσεις σαν και τη σημερινή. Μετά θα βουλιαξουμε αναπαυτικά στον ωραίο μας καναπέ, θα φάμε τσιζκέικ και θα αναπολήσουμε την πρώτη μας συνάντηση.
Θυμάμαι ήταν βραδιά Τσάμπιονς Λιγκ. Η ομαδάρα έπαιζε τον πιο κρίσιμο αγώνα της. Είχα αγοράσει μισό καφάσι μπίρες και είχα φοβερη αγωνία. Τη στιγμή που ο διαιτητής έριχνε το νόμισμα, χτύπησε η πόρτα. Ήταν ο συνάδελφος μου ο Φωτης απο τη δουλειά. Σιχαμερός τύπος. Είχε έτοιμη μια απάντηση για όλα, αλλά αν τον ρωτουσες για τη δουλειά, δεν ήξερε τίποτα.Μπηκε μέσα και στρογγυλοκάθισε στον καναπέ μου, χαμογελούσε σαν ηλιθιος και πάνω που ήμουν έτοιμος να του πω. "μίλα ρε μαλάκα, τι θες εδω ,έχω να δω μπάλα”, άρχισε πράγματι να μιλάει, με εκείνη την κουδουνιστή αντιπαθητική φωνή του. Με ρώτησε αν ειμαι ευχαριστημένος με τη ζωή μου. Μάλλον κάτι πήγαινε να μου πουλησει το λαμόγιο, έτοιμος ήμουν να τον πετάξω έξω με τις κλωτσιές, οταν άρχισε να μου ξεφουρνίζει το παραμύθι. Ακούστηκε λέει κάπου, πως στις επόμενες απολύσεις θα ήμουνα κι εγω μέσα. Χάρη μου εκανε που ήρθε να μου το πει, επειδή με συμπαθούσε  και ήταν αδικία να διώξουν εμένα και όχι τον κυριο Ταδόπουλο ή την κυρία Δεινοπούλου.“.Κι άντε να βρεις μετά δουλεια,” συνέχισε ακάθεκτος. Το μυαλό μου έφυγε από το ματς οριστικά. Ήξερα πως οι απολυσεις ήταν προ των πυλών αλλά δεν φαντάστηκα οτι θα ήμουν εγω αναμεσα στους εκλεκτούς. Το βυσμα που με είχε χώσει στην εταιρεία είχε φύγει, ένιωθα ξεκρεμαστος. Ο Φωτης είδε την ανησυχία μου και άρχισε να τα γυρίζει. “Λέγε ρε μαλάκα θέλουν να με διώξουν ή όχι;”, ήμουν έτοιμος ξανά να ρωτήσω, αλλά και πάλι, δεν προλαβα γιατί άρχισε ξαφνικα να μου μιλάει για Εκείνη. Για την “Ιδέα” του. Ότι από τότε που τη γνώρισε δεν ανησυχούσε για τίποτα, αισθανόταν αυτοπεποίθηση κι ασφάλεια, κι αυτός κι οι υπόλοιποι ομοΙδεάτες του. Κι ότι όποτε και άν ήθελα βέβαια, θα μπορούσα να τη γνωρίσω καλύτερα.
Φυσικά δεν έδωσα καμία σημασία. Γραμμένο τον είχα και το Φωτη και τις “ιδέες” του. Εκείνος το κατάλαβε μάλλον και μετά απο 10 λεπτά έφυγε. Η ομαδάρα συνέχιζε στην οθόνη μου, κέρδιζε και 2-0 αλλά δεν είχε πια καμιά σημασία. Ανοιξα ένα κουτακι μπύρα και ήπια μια, δυο, τρεις γουλιες. Ήμουν μόνος. Τελείως μόνος. Χωρίς δουλεια δεν θα μπορούσα καθόλου να ανεχτώ τον εαυτο μου. Σκέφτηκα το φίλο μου τον Μάκη. Παλιά την ομαδάρα τη βλέπαμε μαζί. Πίναμε, σχολιαζαμε το αποτέλεσμα ώρες πολλές, μας έβρισκε το πρωί. Μετά ο Μάκης μετακόμισε σε άλλη πόλη και την έβλεπα μόνος μου. Ποτέ δεν ήμουν καλός στο να κάνω φίλους.Σκέφτηκα για λιγο την “Ιδέα” που έλεγε ο συναδελφος. Σιγά την “Ιδέα”. Γελοία μου φαινόταν.
Ο Φώτης την επόμενη με διαβεβαίωσε πως δεν θα ήμουν στους απολυμένους. Είχε τις πληροφορίες του. Ήρθαμε πιο κοντά, μου μιλούσε για την “Ιδέα” όλο και πιο συχνά. Μια μέρα με κάλεσε σε μια συνάντηση. “Γιατι όχι;” σκεφτηκα. Κι από τότε είμαστε μαζί. Εγώ, η Ιδέα και πολλοι άλλοι άνθρωποι που την ενστερνίζονται. Εκείνοι δεν ειναι σαν και μένα, δεν έχουμε κανένα κοινό στοιχείο, μας ενώνει ομως ο κοινός σκοπός. Η λατρεία μας για αυτήν και την εξάπλωση της. Ειμαστε Εραστές της, Υπηρέτες της, Απόστολοι της. Ο κόσμος όλος ειναι ο στόχος μας, ο κόσμος που ζει σε μια πλάνη και εμείς οφείλουμε να αποκαταστήσουμε το λάθος με κάθε τρόπο. Εχουμε πολλους εχθρούς. Όσοι δεν πιστευουν στην “Ιδεα” μας, ειναι εχθροί μας. Γιατί μόνο Αυτή υπάρχει και τίποτα αλλο. Και δεν μπορεί να μπει κανείς ανάμεσα σε εμάς και στην “Ιδέα”, γιατί η πίστη μας σε αυτή είναι απόλυτη.
Μια φορά θυμάμαι μόνο πήγα να την πατήσω, να δοκιμαστούν τα όρια μου, όταν μια κοπέλα προσπάθησε να μπει ανάμεσα σε μένα και στην Ιδέα μου. “Δεν είναι κακό να έχεις ιδέες...Αλλά μονο μία;” απόρησε όταν της πρωτομίλησα για Αυτή. Της εξηγησα πως οι άλλες ιδέες δεν υπάρχουν ή πρεπει να εξαφανιστούν. 'Κάπως μισαλλόδοξη για “Ιδέα”!, είπε και χαμογέλασε αινιγματικά. Προσπάθησα πολλές φορές να της εξηγήσω τη σχεση μου με την “Ιδέα” μου. Να την κάνω να έρθει στις συναντήσεις μας. Και όντως ήρθε. “Δεν την πιστεύω την Ιδέα σου. Για να είμαι ειλικρινής μου φαίνεται γελοία. Όλοι εκεί μέσα είστε γελοίοι” είπε αμέσως μετά και γελασε δυνατά με αυθάδεια. Και με ανάγκασε να κάνω κάτι που δεν ήθελα αλλά έπρεπε. Σήκωσα το χέρι μου και της έριξα ένα χαστούκι. Γενικά δεν καταφεύγω στη βία, αλλά ειδικά όταν μου προσβάλλουν την “Ιδέα” μου, είναι η μόνη λύση. ”Θα μου το πληρώσεις αυτό”, ειπε η κοπέλα. Φοβήθηκα. Περίμενα την επόμενη μέρα το 100 στο κατώφλι μου. Ομως αντί για αστυνομικούς βρήκα ένα σημείωμα.

“Καποιοι άνθρωποι, σε κάποια φάση της ζωής τους μολύνονται και δεν το παίρνουν χαμπάρι. Νιώθουν βέβαια στην αρχή μια ενόχληση, κάτι στο μάτι τους αλλά δεν μπορούν να καταλάβουν από που προέρχεται, οπότε κάνουν υπομονή, αντέχουν τον πόνο και στο τέλος συνηθίζουν. Ειναι αστείο, γιατί όλη αυτή τη φασαρία τους την προκαλεί ένα τόσο δα σκουπιδάκι, που βρήκε την ευκαιρία και τρύπωσε στο μάτι τους. Κι αυτοι οι άνθρωποι ζουν πλεον με ένα σκουπιδάκι στο μάτι και δεν το ξέρουν. Και σε ολα τα πραγματα, όμορφα ή ασχημα, βλεπουν και αυτό μαζί μέσα. Το σκουπιδακι. Καλή τύχη λοιπόν σε σένα και στο δικό σου σκουπιδάκι.
“ Κι επειδή σίγουρα δεν κατάλαβες η “Ιδέα” σου- που μόνο ιδέα δεν είναι- είναι το δικό σου Σκουπιδακι. Ελπιζω κάποτε να απαλλαγείς απο αυτή”, έγραφε με τεράστια γράμματα στο τέλος. Τσαλάκωσα τη σελίδα με τη γροθιά μου. Δεν είχα βεβαια σκοπό να απαλλαγώ από την “Ιδέα”, αλλά απαλλάχτηκα απ' τη γκόμενα και ευτυχώς χωρίς πολλές φασαρίες.
Πατησα σταρτ στο σιντι πλέιερ κι έκεινο έπαιξε κλασική μουσική. Δεν ειμαι φίλος, αλλά η επέτειος το απαιτούσε. Σερβιρα στον εαυτό μου απο το φαγητό που έφτιαχνα για πρώτη φορά.. Έκανα μια πρόποση. Να μείνω πιστός και δυνατός, μέχρι το τέλος. Η “Ιδέα” ήταν βέβαια εκεί, πάντα εκεί, όμορφη, θαλερή, πιο φρέσκια απο ποτέ. Ο Ερωτας μου για αυτην αιώνιος και η αφοσίωση μου αναμφισβήτητη. Έτρωγα με αργές μπουκιές για να το απολάυσω. Και ξαφνικά, μέσα στο τέλειο κατά τα άλλα πιάτο μου βρήκα ένα σκουπιδακι. Το απομακρυνα με αηδία και συνέχισα απτόητος.

Η Ιδέα μου με κοίταξε από τον αόρατο κόσμο της και χαμογελασε ικανοπoιημένη.

Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

Στο κουτί

Ο φίλος μου ο Δ, ειναι γητευτής γάτων. Μόλις δει αδεσποτο γατί, στέκεται, ενωνει τα χείλη του οπως μόνο αυτός ξέρει, και αρχίζει ένα ατελείωτο ψιψιψιψιψιψιψι... Το γατί τεντώνει τα αυτιά, και κοιτά σαν υπνωτισμένο. Τότε ο Δ, με αργές προσεκτικές κινήσεις, πλησιάζει κι αρχίζει να το χαιδεύει. Όλες, ακόμα και η πιο άγρια, η πιο φοβισμένη γάτα, στο τέλος παραδίδονται άνευ όρων στο άγγιγμα του. Γιατι με τις γάτες ο Δ, πως να το κάνουμε, έχει τον τρόπο του. Ήμουν λοιπόν τυχερή που ήταν μαζί μου τη μέρα που τα συναντησα. Τρία νεογέννητα γατιά, πετάμενα στην άκρη του πουθενά. Παραπατούσαν, νιαούριζαν, έτρεχαν στη μέση του δρόμου φοβισμένα. Ο Δ έσκυψε και άρχισε να χαιδεύει στοργικά το ένα.
“Πεινάνε. Παρτε τα απο εδώ αν μπορείτε. Σωστε τα πριν τα κόψει καν'α αμαξι”, ειπε ένας άγνωστος σε ένα μπαλκόνι. Ο Δ δεν ήθελε και πολύ. Ήξερε μια κυρία που φροντιζε γατιά στο Παγκρατι. Τα βάλαμε σε ένα χάρτινο κουτί και ξεκινήσαμε για εκεί. Το κουτί το κρατούσα εγω. Τα γατιά ήταν διαφορετικά, όχι μόνο στην όψη αλλά και στην προσωπικότητα. Το ένα ήταν γκρι και ειχε κουρνιάσει φοβισμένο στην άκρη του κουτιού. Ήταν το πιο αδύναμο. Το άλλο ήταν μαυρόασπρο. Σε όλη τη διαδρομή με κοιτούσε και νιαουριζε, με κοιτούσε και νιαούριζε. Το τρίτο, το κατάμαυρο, ήταν το πιο ατίθασο. Συνέχεια προσπαθούσε να βγει απ΄το κουτί. Σκαρφάλωνε και το ξαναέβαζα μέσα. Με κοίταζε, δεν έβγαζε άχνα, και μετά πάλι τα ίδια. Μου εβγαλε την πίστη μέχρι να φτασουμε.
Η κυρία στο Παγκρατι, μας υποδέχτηκε προβληματισμένη. Τα γατάκια φαίνονταν πολύ αδύναμα, άρρωστα ίσως. Τους έβαλε αμέσως να φάνε. Δεν σαλεψαν, μονο το μαύρο όρμηξε και άρχισε να τρώει με μανία.
Το θαύμασα πολύ τότε. Είχε μια δίψα για ζώη, μια ενεργητικότητα. Είχε χαρακτήρα.

Μετά απο λιγο καιρό ρώτησα το φίλο μου το Δ τι γίνονται τα γατάκια μας.
Ο Δ μου είπε πως το γκρι, το πιο αδύναμο, είναι μια χαρά. Μεγάλωσε και κυκλοφορεί καμαρωτό στους δρόμους του Παγκρατίου.Το ίδιο και το γκρινιάρικο, το μαυρόασπρο. Για το μαυρο ομως, δεν μου έλεγε. “Το μαύρο;”, ρώτησα αναγκαστικά. “Δεν τα καταφερε. Πέθανε λιγες μέρες μετά....”.
Δεν το πίστευα. “Μα εκείνο ήταν το πιο ζωήρο, ήταν...”
Στεναχωρεθηκα πολύ.

Από τοτε, όταν βλεπω γάτες στο δρόμο σκέφτομαι. Σκέφτομαι τα τρία γατακια στο κουτί και την ειρωνεία. Οτι δηλαδή, από τα τρία γατάκια που μεταφέραμε, το πιο αδύναμο είναι σημερα το πιο δυνατό. αυτό που παραπονιόταν συνεχώς, επιβίωσε επίσης μια χαρά κι ότι τελικά ήταν το πιο μαχητικό εκείνο που δεν τα κατάφερε.
Εκείνο που προσπαθούσε μανιωδώς να βγει απο το κουτί.




Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

Oι μορφωμένοι/ αμόρφωτοι και οι αμόρφωτοι/μορφωμένοι


“Oλα είναι θέμα παιδείας” Αν ξανακουσω αυτη τη φράση θα πάρω μια φλογέρα μια μαγκούρα και μια κάπα, θα πιασω μια βουνοκορφή και θα γίνω γιδοβοσκός. Eκεί, μακριά από τον πολιτισμό, θα έχω άπλετο χρόνο να σκεφτώ ή μάλλον να νιώσω τι ειναι παιδεία για έναν απλο βοσκο, για έναν ξυλοκόπο, έναν κτηνοτρόφο, ή έναν γεωργό.
Δεν θα το κανω ομως, το ξέρω και το ξέρετε. Ως βολεμένο και άξιο τέκνο του νεοελληνικού πολιτισμου-αν υπάρχει τετοιος- θα μείνω μέσα και θα σκεφτώ έναν πιο ανώδυνο τρόπο.
Θα φτιάξω έναν φραπέ, θα ανοίξω ένα πισι και απλά θα γκουγκλαρω.

παιδεία η [peδía]: 1.πνευματική καλλιέργεια· μόρφωση, κουλτούρα: Aνθρωπιστική ~. Έλλειψη παιδείας. (λόγ. έκφρ.) θύραθεν* ~. άμοιροι* παιδείας. 2. εκπαίδευση: Yπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Οι κρατικές δαπάνες για την ~. «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία», κεντρικό σύνθημα της φοιτητικής εξέγερσης του 1973

Τέλεια. Τα έχουμε όλα αυτά, ειδικά εμείς οι Ελληνες. Ο καθένας μας έχει δυο και τρία πτυχία, μεταπτυχιακά, μετα-μεταπτυχιακά και διδακτορικά. Είμαστε εθνος μορφωμένων.

Ή εθνος παρα-μορφωμένων, κάπως έτσι ξεκινάει η γκρίνια. Γιατι ο πτυχιούχος λέει, ο μορφωμένος, ο τύπος με το βαρύ βιογραφικό δεν ειναι απαραίτητα ο ευγενής ή ο καλλιεργημένος άνθρωπος που κάποτε είχαμε στο μυαλο μας. Κανείς επιστήμονας δεν έχει το κύρος που είχε στην κοινωνία παλιότερα. Ειναι άλλος ένας από το πληθος, πολλές φορές αδιάφορος, άλλες απογοητευτικός. Είναι ο Ακαδημαικός που ξεκατινιάζεται σαν την τελευταία κυράτσα για μια θεση στο Πανεπιστήμιο. Ο διανοούμενος που ανταγωνίζεται και βρίζεται με ομότεχνους του στα μίντια και στα σόσιαλ μίντια. Ο μονομανής, ο φανατικός, ο προληπτικός, ο ρατσιστής, ο αριβίστας, ο γλείφτης, ο άξεστος που διαθέτει πολλά και βαρβάτα διπλώματα.
Είναι ο μορφωμένος της γενιάς μας.
Τα χρόνια που ξόδεψε και ο ιδρώτας που έχυσε στα έδρανα, πέρασαν και δεν ακούμπησαν. Αφησαν εντελώς ανέπαφο τον πρωτόγονο ψυχισμό του.
Είναι ο μορφωμένος/αμόρφωτος.

Αν αλλάξουμε λίγο τη σειρά στις λέξεις, παίρνουμε τον αμόρφωτο/μορφωμένο. Δηλαδή τον αμόρφωτο άνθρωπο που το παίζει μορφωμένος.. Αυτος δεν χρειάζεται Πανεπιστήμια και τέτοια. Εχει φοιτήσει στο μεγαλύτερο Πανεπιστήμιο, Της Ζωής. Κι ειναι αυτοδίδακτος σοφός που διάβασε μεγάλους συγγραφείς, φιλοσοφία, λογοτεχνία, ποίηση, διαβασε μόνος του, τα πάντα μονος του. Σε μια κουβεντα ξερει να σου πει λίγο απο Νίτσε, λίγο απο Δαρβίνο κι οταν έρθει σε κέφι να σου απαγγείλει και λίγη Ρίτα Σακελλαρίου. Τα ξέρει όλα και συμφερει, αγνοεί βέβαια πως οι απόψεις του ειναι συνονθύλευμα θεωρίων και οτι το Πανεπιστήμιο της Ζωής μπορεί να διδάσκει πολλά αλλά δεν διδάσκει την επιστημονική μέθοδο και την αμφιβολία. Είναι αυτός που όταν μιλάει σκεφτόμαστε “η ημιμάθεια είναι χειρότερη της αμάθειας”. Ειναι ο Νότης Σφακιανάκης όταν μιλάει σε συνεντευξεις και πετάει ασυναρτησίες περί 12θεου, εξωγήινων και Άλφα Κενταυρου.

Εντάξει ειναι και οι περήφανοι αμόρφωτοι, τηλεπαρουσιαστές μοντέλες, περσόνες, σκυλιά και γατιά της νύχτας και όλα τα συναφή. Έκαναν την μπαζα τους μέχρι το '10. τώρα καραδοκουν για ένα καλυτερο μέλλον. Και τελος αλλά όχι στο τελος όλοι οι άλλοι. Αυτοι που είναι στο ενδιάμεσο. Που προσπαθουν να κάνουν αθόρυβα και σωστά τη δουλεια τους.

Προσπαθούσαν μάλλον. Γιατι σημερα και αυτοι και ολοι οσοι αναφέραμε, ειναι ίδιοι, είναι ίσοι ειναι άνεργοι.
Ή υποψήφιοι άνεργοι.

Γιατί; Είπαμε  γιατι. Γιατί "ολα είναι θέμα παιδείας".

"Και πρώτα απ' όλα τι εννοούμε λέγοντας παιδεία; Την πληροφορία, την τεχνική, το δίπλωμα εξειδίκευσης που εξασφαλίζει γάμο, αυτοκίνητο κι ακίνητο, με πληρωμή την πλήρη υποταγή του εξασφαλισθέντος ή την πνευματική και ψυχική διάπλαση ενός ελεύθερου ανθρώπου, με τεχνική αναθεώρησης κι ονειρικής δομής, με αγωνία απελευθέρωσης και με διαθέσεις μιας ιπτάμενης φυγής προς τ' άστρα;" Μ. Χατζιδακις.


Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2014

Fake empire

 Όταν ήμουν 20 περίπου, γνώρισα τα αδέρφια μου. Διάβαζαν βιβλία , άκουγαν μουσική, έβλεπαν ταίνιες, και μοιάζαμε κ α τ α π λ η κ τ ι κά, παρόλο που ειμασταν από αλλη μάνα και άλλo πατερα. Ξέρεις, πως είναι όταν είσαι νέος, και κάτι συμβαίνει και νομίζεις ότι σου αλλάζει τη ζωή; Αυτό.  Έτσι ένιωσα οταν συνάντησα εκείνη την παρέα. Μια παρέα σαν όλες τις άλλες, αλλά όχι και τόσο σαν όλες τις άλλες. Κολλήσαμε με τη μία, μου αρέσανε και τους άρεσα. Ως νέο μελος βέβαια έπρεπε να κάνω θυσίες. Να  προσαρμοστώ στις συνηθειες τους, στους κώδικες επκοινωνίας τους, στο μενταλιτέ τους. Πανεύκολο. Άρχισα να ντύνομαι “εναλλακτικά”, να ακούω συγκεκριμένα είδη μουσικής ( μόνο ξένα το έντεχνο ήταν στα σπάργανα), να εχω υφάκι, να το παίζω υπεράνω απέναντι σε οτιδήποτε μέινστριμ και τρέντυ και να σνομπάρω την ξανθιά γκόμενα με το λαμέ και τον ξενέρωτο με τις φέτες και τη Ζ3. Εντάξει, δεν ήταν καν'α βαρύ τιμημα. Ειδικά για μένα που και μελαχροίνη ειμαι και απο αμάξια, ξέρω την τύφλα μου. Με το υφάκι και την έπαρση είχα βέβαια ένα θέμα και δεν τα πέτυχα ποτέ, αλλά δεν πειράζει, κανείς δεν ειναι τελειος. Έτσι κι αλλιώς, περνούσαμε φανταστικά.. Γυρνουσαμε απο μπαράκι σε μπαράκι, μας κοίταγαν τα γκομενάκια, κοιτάγαμε κι εμείς. Αντρες για την πάρτη μας και γυναίκες για καν'α κονέ με τα αγόρια της παρέας. Και περνούσαν οι νύχτες με γέλια, μουσική, συζητήσεις και πάλι μουσική. Μεσα σ' αυτά τα όμορφα έγινε απότομα το τσαφ και όλα κατέρρευσαν Μη φανταστείτε κατι φοβερο, οχι. Απλά άνοιξαν τα μάτια μου και είδα απότομα αυτό που ήταν πάντα εκεί αλλά δεν το έβλεπα. Είδα πως όταν το πράγμα δεν ειχε να κανει με κουλτούρα, οι άνθρωποι αυτοι δεν διέφεραν σε τιποτα απο τους υπόλοιπους. Μπορουσαν να γίνουν κι αυτοι μικροπρεπείς, ζηλόφθονοι, πονηροί, κακοί, δόλιοι και με μεγαλη επιτύχια μαλιστα, μεγαλύτερη από αυτούς που χλεύαζαν, γιατί τους έβγαινε χειρότερα. Και με μεγάλη ευκολία, έκαναν, όσα κορόιδευαν. Οι κοπέλες σου έπαιζαν τη χειρότερη κατινιά για να φανε τον 'καλυτερο', οι άντρες γίνονταν δουλάκια της ξανθιάς με τα λαμέ που κατά τ' αλλα έκραζαν. Το σοκ ήταν μεγαλο. Μηπως δεν ηταν αδέρφια μου; Μήπως έκανα λάθος; Ευτυχώς ένας απο αυτους μου δάνεισε το “Φύλακα στη Σίκαλη” και κατάλαβα πολλά. Κάποιοι βέβαια δεν ήταν έτσι, ήταν σαν και μένα, ανυποψίαστοι και στον κόσμο τους, η παρέα ομως τους κατάπινε. Και για να μην καταπιεί κι εμένα, έφυγα.

Απο τότε μια αλλεργιούλα σ' αυτά τα άτομα την απέκτησα. Οπου βλέπω πολυ κουλτούρα, υπεράνω, χιουμοράκι ψαγμένο, καλαμι, στυλακι κι ιδέα , την κάνω. Το ξερω, πολλοι τέτοιοι άνθρωποι είναι (ή φαίνονται) αξιόλογοι, ταλαντούχοι κι ενδιαφέροντες, αλλά δεν μου κάνουν ως φιλοι. Σπίτι μου έχω μια τεράστια βιβλιοθήκη. Τα βιβλία μου, όλους αυτους, μπορούν μια χαρά να τους υποκαταστήσουν.




http://www.youtube.com/watch?v=KehwyWmXr3U