Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2018

Oι Ζολά

Όταν ήμουν μικρή, τοσο μικρή που δεν θυμάμαι κάν ποσο μικρή γνωρισα τον Εμιλ Ζολα. Ήταν ακριβώς οπως τον βλεπουμε στη σελίδα του στη γουικιπίντια. Ένα γεροντάκι. Ένα γεροντάκι με γυαλιά πρεσβυωπικά και μάτια δαιμόνια. Δεν τον ηξερα δεν ειχα διαβάσει και βιβλία του τί βιβλία ημουν παιδάκι, πώς να διαβάσω την Νανά φερ’ ειπείν, οι γονείς μου τα πρόσεχαν αυτά, ένα τέτοιο ανάγνωσμα απαγορευόταν. Κι όμως ο Ζολά μπήκε ο ίδιος μέσα στο σπίτι μου. Πριν απο αυτόν βέβαια κάποιοι άλλοι. Πρώτος εμφανίστηκε κάποιος Ντρέιφους. Τον είχαν αδικήσει, ο γαλλικός στρατός είχε στησει καποια μηχανή, μια σκευωρία εναντίον του. Δεν καταλάβαινα τι και γιατί. Καταλάβαινα ομως πως ήτανε καμένος αυτος ο Ντρειφους, χαμένος απο χέρι. Όλα και όλοι εναντίον του. Ευτυχώς, όχι όλοι. Ολοι εκτός απο τον Ζολά.Τον Εμίλ Ζολά οπως τον ξερουμε, όπως εμεινε μετά στην ιστορια, οπως μας τον παρουσιάζουν τα λινκ μετά από σερτς στο γκουγκλ..Ο Ζολά κατήγγειλε τη μηχανορραφία σε μια εφημερίδα της Γαλλίας. Έγραψε το “Κατηγορω" και τελικά έσωσε τον Ντρειφους. Άλλαξε τη μοίρα ενός ηττημένου της ζωής και την πορεία μια ολοκληρης χώρας- το διάβασα αργότερα. Όλα αυτά τα είδα μπροστά μου έναν αιωνα και βάλε αφου συνεβησαν, τα είδα με τα ματια μου στην τηλεόραση σε κάποια ελληνική ταινια με θέμα την υπόθεση Ντρευφους.Ο Ζολά έμελλε να ειναι από τα πρώτα μου ινδάλματα. Από αυτά που γράφουν μέσα σου, σε καθορίζουν, τα θυμάσαι, τα ξεχνάς, αλλά οπωσδήποτε τα ξαναθυμάσαι. Καθε φορά που σκέφτομαι τον Ζολα νιωθω θαυμασμό. Δεν μπορώ να το πω αυτό για πολλους ανθρωπους που γνώρισα ή δεν γνώρισα.Γιατι με τον Ζολα βίωσα σε πολυ μικρή ηλικία κάτι πολύ δυνατό. Καταλάβα-ενιωσα δηλαδη- πόσο σημαντικό είναι να καταγγέλεις την αδικία. Πόσο σημαντικό ειναι ενας αθώος να μην πηγαίνει φυλακή. Για αυτό από τοτε μέσα στο ανθρωπινο μυαλουδάκι μου έχω χωρίσει μανιχαιστικά τους ανθρωπους σε δύο κατηγορίες. Οχι, δεν τους εχω χωρίσει σε “Ζολά” και “μη Ζολά”. Ηξερα και ξέρω πως στην πραγματικότητα λιγοι άνθρωποι μπορούν να απεκδυθουν τη μετριότητα τους και να γίνουν Ζολά. Τους χωριζω σε αυτους που θαυμάζουν τους Ζολά και τους υπολοιπους. Με τους πρώτους μιλάμε την ιδια διάλεκτο. Με τους δευτερους με χωρίζει άβυσσος

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2018

Ο αστρονάυτης Ντεηβ μεσα απο τα "ματια" του ΧΑΛ.
Με αφορμή την προβολη αυτές τις μέρες στην Ελλαδα μιας απο τις "μεγαλυτερες" ταινίες του κινηματογραφου

Στο "2001 Οδύσσεια του διαστηματος", ο υπολογιστής Χαλ, το αρτιότερο επίτευγμα του ανθρωπου, αποκτά δική του βουληση, αυτενεργεί και στρέφεται εναντίον του δημιουργού του. Ο ανθρωπος δεν εχει πλεον άλλη επιλογή. Πρέπει να "σκοτωσει" άμεσα τον Χαλ πριν τον σκοτώσει εκείνος. Η νίκη του δημιουργού έναντι του δημιουργηματος θα είναι συντριπτική και αναμφισβήτητη, μας λεει σε άψογη κινηματογραφική γλώσσα ο Κιουμπρικ, αγγίζοντας αριστουργηματικά ένα από τα σημαντικοτερα θέματα-φοβίες του ανθρωπου για το μελλον. Τη διάδραση ανάμεσα στις δυο νοημοσύνες, την φυσική και την τεχνητή και τους κινδύνους που εγκυμονεί.
Παρολαυτά η ταινία δε μας το κανει καθολου ευκολο. Ο Χαλ, ο υπολογιστης που εχει ήδη λειτουργήσει αυτοβούλως και εις βάρος των ανθρωπων, δεν θα παραδοθεί έτσι, αμαχητί στον αντιπαλο του τον αστροναύτη Ντεηβ. Θα δώσει τη δική του μάχη για επιβίωση χρησιμοποιώντας όλα τα ανθρωπινα όπλα-κολπα, που διαθέτει στον καλοπρογραμματισμένο του εγκεφαλο.
Αρχικά θα προσπαθήσει να μεταπείσει τον Ντεηβ με κάποια λογικά επιχειρηματα, να τον καθησυχάσει, να δειξει μεταμέλεια και με τον τρόπο αυτό να τον χειραγώγησει. Ο Ντεηβ ομως δεν πτοείται. Ξεκινά την απενεργοποίηση. Ξεβιδωνει την πρώτη
ενοτητα δεδομένων και καταφέρει βαρυ πληγμα στον εχθρό. Εκείνος τραυματιζεται και αντιδρά., "Ι am afraid!" "Φοβάμαι, φοβαμαι, Ντεηβ! Φοβαμαι". Ο υπολογιστής πληγώθηκε και υποφέρει, φοβάται. Φοβάται τι; Τον θάνατο. Αισθάνεται το ανθρωπινότερο συναισθημα όλων, τον αρχέγονο φοβο του θανάτου. Ή απλά παπαγαλίζει τον φόβο γιατι ειναι σχεδιασμενος ετσι. Ο Ντεηβ ειναι σε υπερδιεγεση. "Χάνω το μυαλό μου, συνεχίζει ο Χαλ, Χάνω το μυαλο μου. Χάνω το μυαλο μου. Το νιώθω." Το νιώθουμε. Ο Χαλ χάνει τα λογικά του. Ο, τι χειροτερο μπορει να του συμβει δηλαδη.
Ο Ντεηβ δεν σταματάει, συνεχιζει. Συνεχιζει την απενεργοποίηση. "Ο σχεδιαστής μου μου έμαθε ενα τραγουδακι. Θελεις να στο τραγουδησω", ρωτάει ο Χαλ "Ναι, θελω. Τραγουδησε το", απαντά ο Ντεηβ και ο Χαλ υπακουει. Τραγουδάει.. Εχει επανέλθει στην "παιδική" του ηλικία. Τώρα πλεον δεν υπάρχει γυρισμος.Ο υπολογιστής ξεχνάει ποιος, τι είναι και οτι "ειναι" και βυθίζεται στην αιώνια ανυπαρξία.
Εμεις ομως τον θυμόμαστε. Ο Χαλ είναι ενας υπολογιστης, μια μηχανή , ένα πλάσμα του ανθρωπου φτιαγμένο κατ' εικονα και και καθ΄ομοιωση. Οταν λειτουργούσε φυσιολογικά όλοι τον εμπιστεύονταν και τον εκθείαζαν ως θαυμα της τεχνολογίας ώσπου κάτι δεν πήγε καλά και το δημιουργημα ξέφυγε απ' τον προγραμματισμό. Διέπραξε την ύβρη.
Ο Χαλ αποτελούσε πλέον απειλη για το ανθρώπινο ειδος κι επρεπε άμεσα να εξουδετερωθεί.
Κι ετσι κι έγινε. Ο υπολογιστής καταστράφηκε μπροστά στα ματια μας αργά, βασανιστικά και παραδειγματικά. Κι επειδή εκείνος ήταν τεχνικά αδύνατο να πονέσει ή να αισθανθεί οτιδηποτε, πονέσαμε εμείς λιγάκι για αυτόν, εμεις οι θεατές, εμεις οι ανθρωποι, εμεις οι εν δυνάμει δημιουργοι του δηλαδη. Εμείς μπορέσαμε, μπορούμε άλλωστε ακομα να νιωσουμε συμπονοια. Ειναι μέσα στις τεχνικες μας προδιαγραφές.

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Eίναι στα μάτια της

Στις 9 Οκτωβρίου 2012, κάπου στο Πακιστάν, ένας οπλισμένος Ταλιμπάν μπαίνει σε ένα λεωφορείο και ψάχνει μια κοπέλα 15 χρονων. Την εντοπίζει, πυροβολεί, και η κοπελα τραυματίζεται σοβαρά. Το βίαιο περιστατικό συγκλονίζει όχι μόνο τη χώρα της αλλά και όλο τον δυτικό κόσμο. Όταν η κοπελα αναρρώνει, την ρωτούν αν φοβάται για τη ζωή της και απαντά. "Το σκέφτομαι συχνά και φαντάζομαι ξεκάθαρα τη σκηνή. Ακόμη κι αν έρθουν να με σκοτώσουν, θα τους πω ότι αυτό που προσπαθούν να κάνουν είναι λάθος, ότι η Παιδεία είναι βασικό μας δικαίωμα." Βλέπετε η κοπέλα αυτή δεν είναι μια τυπική 15χρονη , όπως είμασταν εμείς ή οπως είναι οι περισσότερες κοπέλες που ξέρουμε. Η κοπέλα είναι η Μαλάλα Γιουσαφζαι που από παιδί αγωνίζεται για αυτό που εμείς και οι περισσότερες κοπελες θεωρούμε αυτονόητο. Για την εκπάιδευση των γυναικών, που απαγορεύτηκε όταν κατελαβαν την κοιλάδα του Σουατ στη χώρα της οι φανατικοι Ταλιμπαν.
Οι εξτρεμιστές αρχικά απαγόρεψαν τη μόρφωση στα κορίτσια, βομβαρδισαν πολλά σχολεία και στη συνέχεια απαγόρεψαν ακόμα και την έξοδο τους απο το σπίτι. Η Μαλάλα Γιουσαφζαι, μόλις έντεκα χρονών τότε, τόλμησε αυτό που δεν τόλμησαν άλλες κι άλλοι. Άρχισε να γράφει ανώνυμα σε μπλογκ περιγράφοντας την κατάσταση στη χώρα της, βάζοντας τη ζωή της σε μεγάλο κίνδυνο.Και όντως, αργότερα όταν αποκαλύφθηκε η ταυτότητα της έγινε για τους Ταλιμπαν ο νούμερο 1 στόχος.
Γιατί δυστυχώς, ενώ λέμε πως η ανθρωποτητα έχει εξελιχθεί ,ενώ απολαμβανουμε οικουμενικά τους καρπούς της τεχνολογίας, υπάρχουν ακόμα περιοχές βυθισμένες στο σκοτάδι, σημεία που ο κόσμος έχει βαλτώσει και η ανθρωπινη ζωή έχει μηδενική αξία. Και στις περιοχές αυτές αναδεικνυονται ήρωες. Ηρωίδες. Αγωνιστές και αγωνίστριες ενάντια στη βαρβαρότητα. Άνθρωποι ζωντανοί με τη φλόγα του πνευματος να τους καίει, που ορθώνουν το ανάστημα τους και απαιτούν. Απαιτούν αξιοπρέπεια, ισότητα, δικαίωμα στη μόρφωση και δικαίωμα στη ζωή. Διακινδυνεύοντας τη δική τους ζωή.
Ο πατέρας της Μαλάλα είναι ένας τέτοιος αγωνιστής και όπως αρμόζει στους αγωνιστές μεγαλωσε την κόρη του ελευθερα και την άφησε να ονειρεύεται. Κι εκείνη ονειρευόταν να σπουδάσει, να γίνει επιστήμονας γιατρός τότε, πολιτικός αργότερα. Και κάποιοι ήθελαν να της το στερήσουν αυτό.
Η Μαλάλα όμως δεν δέχτηκε στωικά τη μοίρα της.. Αποφάσισε να πολεμήσει. Η Μαλάλα ειναι μια γενναία γυναίκα από τα 11 ήδη, πριν γίνει καν γυναίκα. Κι είναι πιο δυνατή απο οποιονδήποτε φανατικό μισαλλόδοξο Ταλιμπαν. Γιατι η Μαλάλα κατάλαβε, η Μαλάλα ξέρει.
Βρηκε το οπλο που μπορεί να εξουδετερώσει το τυφλό μίσος και τη διανοητική πώρωση.
Το λένε παιδεία, το λένε μόρφωση. Πραγματική γνώση.
Για αυτό η Μαλάλα τρομάζει και θα τρομάζει πάντα τους Ταλιμπάν και κάθε Ταλιμπαν.
Για αυτο κι εσυ αγαπητέ αναγνώστη/αναγνωστρια, που ζεις σε ένα περιβαλλον όπου η μόρφωση και η προσβαση στη γνώση είναι ελευθερη, σκέψου τη Μαλάλα και τη ζωή της. Και κάθε φορά που απογοητέυεσαι, κάθε φορά που νομιζεις πως όλα τελείωσαν, πως ο κόσμος αυτός δεν αλλάζει και πως δεν υπάρχει καμιά ελπίδα, σκέψου ότι μπορεί να κάνεις και λάθος. Γιατί ελπιδα υπάρχει και πάντα θα υπάρχει. Τη βλεπεις και τη βλεπω. Είναι αυτη τη στιγμή μπροστά σου, μπροστά μου και θα είναι εκεί για πάντα.
Είναι στα μάτια αυτής της κοπέλας.


Το κείμενο μου αυτό έχει δημοσιευτεί και  στο diekdikw.gr

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

O Λουις Μπουνιουέλ και η μετά θάνατον ζωή (από την ταινία του Λος Ολβιδάδος)

Ο πιο αδίσταχτος, μοχθηρός και bad to the bone τυπος που έχω δει ειναι ένας ήρωας του Λουις Μπουνιουελ, στο αριστούργημα του Λος Ολβιδάδος. Ξεχασμένος από την κοινωνία (οπως λέει ο στομφώδης ελληνικός τίτλος), ζει και βασιλεύει στη δική του κοινωνία, αυτή που εμείς οι καλοζωισμένοι βρίσκουμε μόνο στους εφιάλτες, στη μεγάλη οθόνη και στις αφηγήσεις των παλιότερων. Είναι ένας αλητάμπουρας, ένας outlaw, ένας έφηβος που μυεί και στη συνέχεια καταδιώκει ένα μικρό παιδί. Το παρακολουθεί, το εκβιάζει, το κυνηγάει, το τρομοκρατεί, πιάνει με τα βρωμόχερα του ό, τι πολυτιμότερο έχει ο μικρός και το μαγαρίζει. Είναι ένας άνθρωπος μισητός.
Βεβαια κι αυτός έχει υπάρξει παιδι, της εποχής του, της φτώχειας, της βίας, της έλλειψης σε όλα τα επίπεδα. Είναι ένα κακοποιημένο παιδί που κακοποιεί ένα άλλο παιδί. Αλλά το άλλο παιδί δεν είναι σαν κι αυτόν. Έχει ακόμη μέσα του κάτι, έχει ακόμα ζωή, ελπίδα. Ειναι παιδί ακόμα. Ο έφηβος όμως δεν νοιάζεται. Επί 80 λεπτά κυνηγάει εναν ομοιο του, έναν πιο ανίσχυρο, τον τιμωρεί σαδιστικά με κάθε τρόπο, και στο τελος τον τσακίζει και τον αποτελειώνει.
Και τον έφηβο όμως κάποιος τον αποτελειώνει. Ο επίσημος αντίπαλος του, ο νόμος. Ο έφηβος σωριάζεται στο έδαφος και βλέπουμε με τα μάτια του τις τελευταίες του εικόνες. Έναν μαύρο σκύλο. Το παιδί που μόλις σκότωσε να τον φωνάζει, το παιδί το σκύλο, το παιδί, το σκύλο.
Βλεπουμε τον κακό έφηβο να βασανίζεται για λίγα δευτερόλεπτα, για μια στιγμή, μια σκηνή. Και η ταινία τελειώνει.
Κι εγώ έχω κολλήσει πολυ καιρό με αυτή τη σκηνή. Με τη σκηνή που μου έλυσε για πάντα την απορία για τη μετά θανατον ζωή .Και σκέφτομαι πως από τοτε έχει περάσει πολύς καιρός και δεν έχω δει μια ταινία που να μου μείνει.


Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

Πες μου τι γίνεται με εκείνα τα παιδιά



 H φωτογραφία είναι έργο του Ισραηλινού καλλιτέχνη Armir Schiby για τέσσερα παιδιά που έχασαν τη ζωή τους, τους Αhed Atef Baktou, Zakaria Ahed Bakr, Mohamed Ramez Bakr και Ismael Mohamed Bakr, την ώρα που έπαιζαν ποδόσφαιρο στην παραλία της Γάζας.

                          
                          
Τα κανονικά παιδιά
γεννιούνται κανονικά, 
μεγαλώνουν κανονικά, 
ονειρεύονται κανονικά, 
ερωτεύονται κανονικά
και πεθαίνουν κανονικά

Πες μου μαμά...
Πες μου τι γίνεται μ’ εκείνα τα παιδιά
που αν και γεννιούνται κανονικά, 
δε μεγαλώνουν κανονικά
δεν ονειρεύονται κανονικά, 
ούτ’ ερωτεύονται κανονικά

Πες μου μαμά...
Πες μου αν πεθαίνουν
Πες μου αν πεθαίνουν κανονικά

Τρύπες.






Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

Το σκουπιδάκι στο μάτι

Σαλβαδόρ Νταλι, για την ταινια του Αλφεντ Χίτσκοκ Spellbound. Curtain of eyes

Σήμερα είναι μεγάλη μερα. Εγώ κι η “Ιδέα” μου κλείνουμε 2 χρόνια γνωριμίας. Εχω κατεβάσει απο την ντουλάπα το καλό μου το κουστούμι, έχω μαγειρέψει ένα ξεχωριστό, εξωτικό πιάτο και θα ανοίξω κι εκείνη τη τη Γαλλική σαμπάνια που φυλάω εδω και πολυ καιρό, για ειδικές περιστάσεις σαν και τη σημερινή. Μετά θα βουλιαξουμε αναπαυτικά στον ωραίο μας καναπέ, θα φάμε τσιζκέικ και θα αναπολήσουμε την πρώτη μας συνάντηση.
Θυμάμαι ήταν βραδιά Τσάμπιονς Λιγκ. Η ομαδάρα έπαιζε τον πιο κρίσιμο αγώνα της. Είχα αγοράσει μισό καφάσι μπίρες και είχα φοβερη αγωνία. Τη στιγμή που ο διαιτητής έριχνε το νόμισμα, χτύπησε η πόρτα. Ήταν ο συνάδελφος μου ο Φωτης απο τη δουλειά. Σιχαμερός τύπος. Είχε έτοιμη μια απάντηση για όλα, αλλά αν τον ρωτουσες για τη δουλειά, δεν ήξερε τίποτα.Μπηκε μέσα και στρογγυλοκάθισε στον καναπέ μου, χαμογελούσε σαν ηλιθιος και πάνω που ήμουν έτοιμος να του πω. "μίλα ρε μαλάκα, τι θες εδω ,έχω να δω μπάλα”, άρχισε πράγματι να μιλάει, με εκείνη την κουδουνιστή αντιπαθητική φωνή του. Με ρώτησε αν ειμαι ευχαριστημένος με τη ζωή μου. Μάλλον κάτι πήγαινε να μου πουλησει το λαμόγιο, έτοιμος ήμουν να τον πετάξω έξω με τις κλωτσιές, οταν άρχισε να μου ξεφουρνίζει το παραμύθι. Ακούστηκε λέει κάπου, πως στις επόμενες απολύσεις θα ήμουνα κι εγω μέσα. Χάρη μου εκανε που ήρθε να μου το πει, επειδή με συμπαθούσε  και ήταν αδικία να διώξουν εμένα και όχι τον κυριο Ταδόπουλο ή την κυρία Δεινοπούλου.“.Κι άντε να βρεις μετά δουλεια,” συνέχισε ακάθεκτος. Το μυαλό μου έφυγε από το ματς οριστικά. Ήξερα πως οι απολυσεις ήταν προ των πυλών αλλά δεν φαντάστηκα οτι θα ήμουν εγω αναμεσα στους εκλεκτούς. Το βυσμα που με είχε χώσει στην εταιρεία είχε φύγει, ένιωθα ξεκρεμαστος. Ο Φωτης είδε την ανησυχία μου και άρχισε να τα γυρίζει. “Λέγε ρε μαλάκα θέλουν να με διώξουν ή όχι;”, ήμουν έτοιμος ξανά να ρωτήσω, αλλά και πάλι, δεν προλαβα γιατί άρχισε ξαφνικα να μου μιλάει για Εκείνη. Για την “Ιδέα” του. Ότι από τότε που τη γνώρισε δεν ανησυχούσε για τίποτα, αισθανόταν αυτοπεποίθηση κι ασφάλεια, κι αυτός κι οι υπόλοιποι ομοΙδεάτες του. Κι ότι όποτε και άν ήθελα βέβαια, θα μπορούσα να τη γνωρίσω καλύτερα.
Φυσικά δεν έδωσα καμία σημασία. Γραμμένο τον είχα και το Φωτη και τις “ιδέες” του. Εκείνος το κατάλαβε μάλλον και μετά απο 10 λεπτά έφυγε. Η ομαδάρα συνέχιζε στην οθόνη μου, κέρδιζε και 2-0 αλλά δεν είχε πια καμιά σημασία. Ανοιξα ένα κουτακι μπύρα και ήπια μια, δυο, τρεις γουλιες. Ήμουν μόνος. Τελείως μόνος. Χωρίς δουλεια δεν θα μπορούσα καθόλου να ανεχτώ τον εαυτο μου. Σκέφτηκα το φίλο μου τον Μάκη. Παλιά την ομαδάρα τη βλέπαμε μαζί. Πίναμε, σχολιαζαμε το αποτέλεσμα ώρες πολλές, μας έβρισκε το πρωί. Μετά ο Μάκης μετακόμισε σε άλλη πόλη και την έβλεπα μόνος μου. Ποτέ δεν ήμουν καλός στο να κάνω φίλους.Σκέφτηκα για λιγο την “Ιδέα” που έλεγε ο συναδελφος. Σιγά την “Ιδέα”. Γελοία μου φαινόταν.
Ο Φώτης την επόμενη με διαβεβαίωσε πως δεν θα ήμουν στους απολυμένους. Είχε τις πληροφορίες του. Ήρθαμε πιο κοντά, μου μιλούσε για την “Ιδέα” όλο και πιο συχνά. Μια μέρα με κάλεσε σε μια συνάντηση. “Γιατι όχι;” σκεφτηκα. Κι από τότε είμαστε μαζί. Εγώ, η Ιδέα και πολλοι άλλοι άνθρωποι που την ενστερνίζονται. Εκείνοι δεν ειναι σαν και μένα, δεν έχουμε κανένα κοινό στοιχείο, μας ενώνει ομως ο κοινός σκοπός. Η λατρεία μας για αυτήν και την εξάπλωση της. Ειμαστε Εραστές της, Υπηρέτες της, Απόστολοι της. Ο κόσμος όλος ειναι ο στόχος μας, ο κόσμος που ζει σε μια πλάνη και εμείς οφείλουμε να αποκαταστήσουμε το λάθος με κάθε τρόπο. Εχουμε πολλους εχθρούς. Όσοι δεν πιστευουν στην “Ιδεα” μας, ειναι εχθροί μας. Γιατί μόνο Αυτή υπάρχει και τίποτα αλλο. Και δεν μπορεί να μπει κανείς ανάμεσα σε εμάς και στην “Ιδέα”, γιατί η πίστη μας σε αυτή είναι απόλυτη.
Μια φορά θυμάμαι μόνο πήγα να την πατήσω, να δοκιμαστούν τα όρια μου, όταν μια κοπέλα προσπάθησε να μπει ανάμεσα σε μένα και στην Ιδέα μου. “Δεν είναι κακό να έχεις ιδέες...Αλλά μονο μία;” απόρησε όταν της πρωτομίλησα για Αυτή. Της εξηγησα πως οι άλλες ιδέες δεν υπάρχουν ή πρεπει να εξαφανιστούν. 'Κάπως μισαλλόδοξη για “Ιδέα”!, είπε και χαμογέλασε αινιγματικά. Προσπάθησα πολλές φορές να της εξηγήσω τη σχεση μου με την “Ιδέα” μου. Να την κάνω να έρθει στις συναντήσεις μας. Και όντως ήρθε. “Δεν την πιστεύω την Ιδέα σου. Για να είμαι ειλικρινής μου φαίνεται γελοία. Όλοι εκεί μέσα είστε γελοίοι” είπε αμέσως μετά και γελασε δυνατά με αυθάδεια. Και με ανάγκασε να κάνω κάτι που δεν ήθελα αλλά έπρεπε. Σήκωσα το χέρι μου και της έριξα ένα χαστούκι. Γενικά δεν καταφεύγω στη βία, αλλά ειδικά όταν μου προσβάλλουν την “Ιδέα” μου, είναι η μόνη λύση. ”Θα μου το πληρώσεις αυτό”, ειπε η κοπέλα. Φοβήθηκα. Περίμενα την επόμενη μέρα το 100 στο κατώφλι μου. Ομως αντί για αστυνομικούς βρήκα ένα σημείωμα.

“Καποιοι άνθρωποι, σε κάποια φάση της ζωής τους μολύνονται και δεν το παίρνουν χαμπάρι. Νιώθουν βέβαια στην αρχή μια ενόχληση, κάτι στο μάτι τους αλλά δεν μπορούν να καταλάβουν από που προέρχεται, οπότε κάνουν υπομονή, αντέχουν τον πόνο και στο τέλος συνηθίζουν. Ειναι αστείο, γιατί όλη αυτή τη φασαρία τους την προκαλεί ένα τόσο δα σκουπιδάκι, που βρήκε την ευκαιρία και τρύπωσε στο μάτι τους. Κι αυτοι οι άνθρωποι ζουν πλεον με ένα σκουπιδάκι στο μάτι και δεν το ξέρουν. Και σε ολα τα πραγματα, όμορφα ή ασχημα, βλεπουν και αυτό μαζί μέσα. Το σκουπιδακι. Καλή τύχη λοιπόν σε σένα και στο δικό σου σκουπιδάκι.
“ Κι επειδή σίγουρα δεν κατάλαβες η “Ιδέα” σου- που μόνο ιδέα δεν είναι- είναι το δικό σου Σκουπιδακι. Ελπιζω κάποτε να απαλλαγείς απο αυτή”, έγραφε με τεράστια γράμματα στο τέλος. Τσαλάκωσα τη σελίδα με τη γροθιά μου. Δεν είχα βεβαια σκοπό να απαλλαγώ από την “Ιδέα”, αλλά απαλλάχτηκα απ' τη γκόμενα και ευτυχώς χωρίς πολλές φασαρίες.
Πατησα σταρτ στο σιντι πλέιερ κι έκεινο έπαιξε κλασική μουσική. Δεν ειμαι φίλος, αλλά η επέτειος το απαιτούσε. Σερβιρα στον εαυτό μου απο το φαγητό που έφτιαχνα για πρώτη φορά.. Έκανα μια πρόποση. Να μείνω πιστός και δυνατός, μέχρι το τέλος. Η “Ιδέα” ήταν βέβαια εκεί, πάντα εκεί, όμορφη, θαλερή, πιο φρέσκια απο ποτέ. Ο Ερωτας μου για αυτην αιώνιος και η αφοσίωση μου αναμφισβήτητη. Έτρωγα με αργές μπουκιές για να το απολάυσω. Και ξαφνικά, μέσα στο τέλειο κατά τα άλλα πιάτο μου βρήκα ένα σκουπιδακι. Το απομακρυνα με αηδία και συνέχισα απτόητος.

Η Ιδέα μου με κοίταξε από τον αόρατο κόσμο της και χαμογελασε ικανοπoιημένη.

Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

Στο κουτί

Ο φίλος μου ο Δ, ειναι γητευτής γάτων. Μόλις δει αδεσποτο γατί, στέκεται, ενωνει τα χείλη του οπως μόνο αυτός ξέρει, και αρχίζει ένα ατελείωτο ψιψιψιψιψιψιψι... Το γατί τεντώνει τα αυτιά, και κοιτά σαν υπνωτισμένο. Τότε ο Δ, με αργές προσεκτικές κινήσεις, πλησιάζει κι αρχίζει να το χαιδεύει. Όλες, ακόμα και η πιο άγρια, η πιο φοβισμένη γάτα, στο τέλος παραδίδονται άνευ όρων στο άγγιγμα του. Γιατι με τις γάτες ο Δ, πως να το κάνουμε, έχει τον τρόπο του. Ήμουν λοιπόν τυχερή που ήταν μαζί μου τη μέρα που τα συναντησα. Τρία νεογέννητα γατιά, πετάμενα στην άκρη του πουθενά. Παραπατούσαν, νιαούριζαν, έτρεχαν στη μέση του δρόμου φοβισμένα. Ο Δ έσκυψε και άρχισε να χαιδεύει στοργικά το ένα.
“Πεινάνε. Παρτε τα απο εδώ αν μπορείτε. Σωστε τα πριν τα κόψει καν'α αμαξι”, ειπε ένας άγνωστος σε ένα μπαλκόνι. Ο Δ δεν ήθελε και πολύ. Ήξερε μια κυρία που φροντιζε γατιά στο Παγκρατι. Τα βάλαμε σε ένα χάρτινο κουτί και ξεκινήσαμε για εκεί. Το κουτί το κρατούσα εγω. Τα γατιά ήταν διαφορετικά, όχι μόνο στην όψη αλλά και στην προσωπικότητα. Το ένα ήταν γκρι και ειχε κουρνιάσει φοβισμένο στην άκρη του κουτιού. Ήταν το πιο αδύναμο. Το άλλο ήταν μαυρόασπρο. Σε όλη τη διαδρομή με κοιτούσε και νιαουριζε, με κοιτούσε και νιαούριζε. Το τρίτο, το κατάμαυρο, ήταν το πιο ατίθασο. Συνέχεια προσπαθούσε να βγει απ΄το κουτί. Σκαρφάλωνε και το ξαναέβαζα μέσα. Με κοίταζε, δεν έβγαζε άχνα, και μετά πάλι τα ίδια. Μου εβγαλε την πίστη μέχρι να φτασουμε.
Η κυρία στο Παγκρατι, μας υποδέχτηκε προβληματισμένη. Τα γατάκια φαίνονταν πολύ αδύναμα, άρρωστα ίσως. Τους έβαλε αμέσως να φάνε. Δεν σαλεψαν, μονο το μαύρο όρμηξε και άρχισε να τρώει με μανία.
Το θαύμασα πολύ τότε. Είχε μια δίψα για ζώη, μια ενεργητικότητα. Είχε χαρακτήρα.

Μετά απο λιγο καιρό ρώτησα το φίλο μου το Δ τι γίνονται τα γατάκια μας.
Ο Δ μου είπε πως το γκρι, το πιο αδύναμο, είναι μια χαρά. Μεγάλωσε και κυκλοφορεί καμαρωτό στους δρόμους του Παγκρατίου.Το ίδιο και το γκρινιάρικο, το μαυρόασπρο. Για το μαυρο ομως, δεν μου έλεγε. “Το μαύρο;”, ρώτησα αναγκαστικά. “Δεν τα καταφερε. Πέθανε λιγες μέρες μετά....”.
Δεν το πίστευα. “Μα εκείνο ήταν το πιο ζωήρο, ήταν...”
Στεναχωρεθηκα πολύ.

Από τοτε, όταν βλεπω γάτες στο δρόμο σκέφτομαι. Σκέφτομαι τα τρία γατακια στο κουτί και την ειρωνεία. Οτι δηλαδή, από τα τρία γατάκια που μεταφέραμε, το πιο αδύναμο είναι σημερα το πιο δυνατό. αυτό που παραπονιόταν συνεχώς, επιβίωσε επίσης μια χαρά κι ότι τελικά ήταν το πιο μαχητικό εκείνο που δεν τα κατάφερε.
Εκείνο που προσπαθούσε μανιωδώς να βγει απο το κουτί.