Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2012

Ενας εύκολος τρόπος να βοηθήσουμε

Πασχαλινά παζάρια

Πάσχα με «Το Χαμόγελο του Παιδιού» σε όλη την Ελλάδα

«Το Χαμόγελο του Παιδιού» προσκαλεί και φέτος όλους τους φίλους του, μικρούς και μεγάλους, στα Πασχαλινά Bazaar που διοργανώνει σε όλη την Ελλάδα.

Όπως κάθε χρόνο μπορείτε να βρείτε τις πιο πρωτότυπες και χαρούμενες πασχαλινές λαμπάδες και κατασκευές των εθελοντών μας που με νέες τεχνικές, πολύ μεράκι και περισσή αγάπη δημιούργησαν, ιδανικές να διακοσμήσουν τα σπίτια και τις καρδιές όλων μας!

Σας περιμένουμε λοιπόν....


Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

Εθνική Επέτειος

25η Μαρτίου. Η επανάσταση του '21, τα νεράντζια κι οι ελεύθεροι σκοπευτές. Τί έγινε στ' αλήθεια τότε, μέσα από τα μάτια του κάθε οργισμένου  φέισμπουκερ ή ανώνυμου μπλόγκερ. Κι εγώ θα το γράφω και θα το ξαναγράφω. 


Γιατί δεν μπορούμε εμείς οι  Έλληνες να βρούμε αυτά που μας ενώνουν και να κάνουμε ό, τι καλύτερο; Αυτό είναι το συμφέρον μας στο κάτω κάτω. Χρόνια πολλά! (Έι όχι σε σένα Μπένυ, μη βιάζεσαι! Χρόνια πολλά  σε όλους μας!)



Η Ελλάδα μας.
                                         

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

Η βιογραφία ενός αποτυχημένου (Δ' επεισόδιο)

<<Όλο αυτό δεν οδηγεί πουθενά.>>


Σκέφτηκε ο Γιάννης και γκάζωσε απότομα.. Στο ραδιόφωνο, τζάζ. Νωχελική, σαν καπνός και αλκοόλ, σε παρακμιακό στέκι της πόλης.  Μπήκε στη Μητροπόλεως. Μετά από εκείνον τον καβγά, στο σκυλάδικο,  ήταν σαν να ζούσε σε αργή κίνηση. <<Δεν οδηγεί πουθενά>>, σκέφτηκε ξανά κι έπεσε ακόμα πιο πολύ.


Έστριψε στην Κολοκοτρώνη λες κι είχε βάλει τον αυτόματο. Ο κόσμος μπαινόβγαινε στα μπαράκια με όρεξη για ποτό, κουβέντα κι έρωτα. Μια ευχάριστη ατμόσφαιρα,  μια δυσάρεστη εποχή. Ένα κορίτσι με μακριά ποδια και κοντή φούστα,  βγήκε έξω από ένα  μπαρ  για να μιλήσει στο κινητό. Ήταν πολύ σοβαρή, αυτό που έλεγε ίσως ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο.  Δεν της  έμοιαζε καθόλου, αλλά του τη θύμησε. 

<<Δεν οδηγεί πουθενά>>, του είχε πει η  Στελλα, πριν από περίπου δύο χρόνια, .Θα μπορούσε να είναι άλλη μια γυναικεία ατάκα χωρισμού. Δεν ήταν.


Έψαχνε κάπου να παρκάρει, να πιει κανένα ποτάκι και να παρακολουθήσει το κορίτσι με το τηλεφώνημα. Τα μούτρα του ήταν βέβαια ακόμα χάλια, αλλά ποιος νοιαζόταν; Είχε πολλές μέρες να βγει. Ο τσακωμός για τα λάγνα μάτια του Μίκη δεν του βγήκε σε καλό. Δεκαπέντε ράμματα, μια ρινοπλαστική και μερικές θλάσεις. Φτηνά τη γλιτωσε, αν σκεφτείς ότι ο Μίκης, επί 7 μήνες που δούλευε στο μαγαζί της Εθνικής, έκλεβε συστηματικά την κάβα.  Ποιος τον έδωσε; O Nάσος φυσικά. Αυτός τον σύστησε, αυτός τον πρόδωσε. Δίκαια πράγματα.


Πάρκαρε παράνομα. Άλλωστε στην Αθήνα, από μια ώρα και μετά όλα έτσι γίνονται. Μπήκε στο μπαράκι όπου είχε δει το κορίτσι με τα μακριά πόδια. Ήταν πολύ στεναχωρημένη. Ενώ η παρέα της φαινόταν να διασκεδάζει, εκείνη κοιτούσε το κινητό και μιλούσε ελάχιστα. Σκέφτηκε να την προσεγγίσει. Βέβαια έτσι, με στραπατσαρισμένη μούρη, δεν ήταν καμιά σπουδαία κατάκτηση, αλλά θα έπαιρνε το ρίσκο. <<Ξέχνα τον...είναι μαλάκας>>, ήθελε να της πει. Και τη φαντάστηκε να χαμογελάει.


Δεν το σκέφτηκε παραπάνω. Έγειρε προς το μπάρμαν για να στείλει στην παρέα της σφηνάκια, όταν κάποιος, από πίσω, τον σκούντηξε.
<<Γιάννη; Έσυ είσαι;>>
Παραλίγο να του έρθει κόλπος. Ο άνθρωπος που του μιλούσε ήταν το χειρότερο τσιράκι του διευθυντή του.
 <<Τι έπαθες ρε φίλε, πως έγινες έτσι; Ατύχημα άκουσα!>>
Ο Γιάννης έγνεψε καταφατικά.
<<Και το σπασμένο χέρι;>>
O Γιάννης δε μίλησε.
<<Καλά. Δεν ξέρω αν τα έμαθες, αλλά τα πράγματα στην εταιρεία δεν πάνε καλά. Μέσα στον επόμενο μήνα θα απολυθούν τουλάχιστον 20 άτομα!>>, ανακοίνωσε ο συνάδελφος.
<<Τα έμαθα>>, είπε ο Γιάννης, ψέματα.
<<Α. Οκ. Σ' αφήνω τώρα, είμαι εδώ με μια παρέα>>, είπε και έδειξε μια κοπελίτσα μικρότερη τουλάχιστον 15 χρόνια. Γκόμενα προφανώς, ο τύπος αυτός είχε παιδιά και γυναίκα στην ηλικία του.
<<Περαστικά>>, είπε ξερά και έτρεξε στην πιτσιρίκα.

 Από την επόμενη κιόλας ημέρα-αν όχι από εκείνη τη στιγμή-όλη η εταιρεία θα ήξερε πως ο Γιάννης δεν είχε σπάσει το χέρι του σε κάποιο ατύχημα. Τα πράγματα ήταν ήδη άσχημα τον τελευταίο καιρό και μετά από αυτή τη συνάντηση, θα γίνονταν χειρότερα. Γύρισε προς το κορίτσι με το κινητό. Είχε φύγει κι αυτή κι η παρέα της.


 <<Η ζωή σου δεν οδηγεί πουθενά>>, του είπε η Στέλλα , για ακόμη μια φορά, στο μυαλό του. Την είχε στήσει  τρεις ώρες σ΄ ένα ραντεβού, επειδή βρέθηκε με μια παρέα, αλλού και κόλλησε. Εκείνη, σε άλλο μπαρ, με τη δική της παρέα, τον έπαιρνε και τον ξαναέπαιρνε. Όταν ξαφνικά ο Γιάννης  τη θυμήθηκε, βρήκε στο κινητό του 10 αναπάντητες κλησεις. Στην 11η  απάντησε. Ήταν και η τελευταία.

<< Γεια! Περαστικά φίλε!>> είπε ο συνάδελφος φεύγοντας αγκαλιά με τη γκομενίτσα. Εντάξει, η μικρή δεν ήταν τίποτα σπουδαίο, που να έβλεπε τις δικές του! Που να έβλεπε τη Στέλλα, σκέφτηκε και αμέσως μελαγχόλησε. Τον τελευταίο καιρό τη σκεφτόταν συχνά. Από τότε που την είδε με εκείνο το μαλάκα και του είπε <<Από εδώ ο άντρας μου!>>, δεν μπορούσε να τη βγάλει απ' το μυαλό του.


Έψαξε στην τσέπη του λεφτά να πληρώσει. Εκείνο το μπαράκι δεν του βγήκε σε καλό. Ήταν ακόμη μία, μια χαρά ώρα για μπαρότσαρκα. Όχι. Θα έπαιρνε το αμάξι και θα πήγαινε όπου τον έβγαζε ο δρόμος. Πέρασε μια βόλτα απ΄του Ψυρρή. Νέκρα. Συνέχισε προς  Γκάζι. Και τότε την είδε, από πίσω. Η Στέλλα περπατούσε κουνιστή λυγιστή, χεράκι χεράκι με το μαλάκα. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, τους ακολούθησε με το αυτοκίνητο. Ένιωσε  όλο το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι του, όταν ο τύπος αρχισε να τη φιλάει στο αυτί.. Το ζευγάρι ήταν στον κόσμο του, δεν είχε πάρει χαμπάρι ότι κάποιος τους ακολουθούσε. Έστριψαν σε ένα σκοτεινό στενό και έγιναν ακόμα πιο διαχυτικοί. Ο Γιάννης, υπνωτισμένος από τη ζήλια και τη νύχτα, έστριψε το τιμόνι χωρίς δεύτερη σκέψη.

<<Αδιέξοδο>>, του φώναξε ένας περαστικός δείχνοντας του την ταμπέλα.


Η κοπέλα γύρισε το κεφάλι της τρομαγμένη. Ο Γιάννης την κοίταξε με αγωνία. Δεν ήταν η Στέλλα. Ήταν κάποια άλλη. Αμέσως ένιωσε ένα περίεργο κενό, μια έντονη δυσφορία.


O περαστικός πλησίασε και κόλλησε το κεφάλι του στο τζάμι του αυτοκινήτου. Έδειξε και πάλι το σκοτεινό δρόμο.


<<Δεν οδηγεί πουθενά, φίλε. Δεν οδηγεί πουθενά>>



Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

Η βιογραφία ενός αποτυχημένου (Γ' επεισόδιο)

Δεν περίμενε με τίποτα να τον βρει εκεί.


<<Με ρίξανε, φίλε.>>Ο Μίκης  μετέφερε τους ξηρούς καρπούς με το ένα χέρι και το ουίσκι με το άλλο.  <<Ο συνέταιρος μου στο μπαράκι στα Εξάρχεια. Με  έριξε>> . Και παρολίγο να του πέσουν κάτω όλα,  πριν προλάβει να  τ'αφήσει  στο τραπέζι. Έλεγε και ξανάλεγε  το ίδιο τροπάρι. Δεν ακουγόταν βέβαια,  το δυνατό τραγούδι  τον κάλυπτε, αλλά ο Γιάννης μπορούσε να τον  καταλάβει απ' την έκφραση. Πιωμένος ήταν. Η βελόνα της σκέψης του είχε κολλήσει εκεί.

<<Με ρίξανε>>

17ο χιλιόμετρο Αθηνών-Λαμίας. Το καλύτερο μαγαζί στην πιάτσα. Έτσι του είπανε δυο γνωστοί  και ο Γιάννης ακολούθησε. Δεν ήταν σκυλάς, αλλά  ήθελε να το ζήσει. Τις μυρωδιές των πούρων, τους γραφικούς μεσόκοπους, τις  γκόμενες με τις  περίεργες φωνές.

Είπαμε.  Ό, τι του έδινε η νύχτα,  το έπαιρνε χωρίς δεύτερη σκέψη.


Κι έτσι βρέθηκε πάλι με το Μίκη, ξημερώματα. Το μυαλό του δεν μπορούσε να το χωρέσει.  Η πιο καλτ μορφή των Εξαρχείων, σερβιτόρος σε σκυλάδικο.. <<Ας είν' καλά ο Νάσος,>>, είπε δείχνοντας τον άλλον σερβιτότορο, έναν κουρασμένο σαραντάρη,  που κοιτούσε σαν να τα είχε δει ήδη όλα. <<Βολοδέρνει  στο χώρο 20 χρόνια. Μετράει ο λόγος του>>

Τι λε ρε παιδί μου. Ακόμη και  για γκαρσόνι  στην Εθνική,  θέλει προϋπηρεσία και βίσμα.

Αυτό ήτανε. Η καλή διάθεση του Γιάννη πήγε περίπατο.  Εκεί που ήθελε να φτιαχτεί με  τα ατελείωτα πόδια της λουλουδούς και το θανατηφόρο μπούστο της τραγουδιάρας, ο Μίκης  δεν τον άφηνε. Στρογγυλοκάθησε δίπλα του κι έπινε το ένα μετά το άλλο, από  το  μπουκάλι που παρήγγειλε ο Γιαννης κι η παρέα του. Να κεράσει, ούτε λόγος.<<Τοσο που σ' έχω ποτίσει,  για να ρεφάρεις πρεπει μου σερβίρεις το Βόσπορο>>, θα μπορούσε να  του πει και θα είχε δίκιο. 

Και το Γίαννη δεν τον πείραζε αυτό. Άλλο τον ενοχλούσε. Έκείνος  ο φουσκωτος τύπος που καθόταν στο μπαρ και κοιτούσε μια τον έναν, μια τον άλλον.


 <<Μην ανησυχείς. Για μένα είναι>>, τον καθησύχασε ο Μίκης  και συνεχιζε να κατεβάζει τα ποτά σαν νεροφίδα. <<Ξέρεις μωρέ...οι γκόμενες...πάντα γι' αυτές μπλέκω>>, διευκρίνισε κοιτώντας την τραγουδιάρα. με νόημα. Εκείνη κοίταξε αλλού κάνοντας ένα μορφασμό αηδίας. Κι αμέσως ο  φουσκωτός πλησίασε απειλητικά. Ο όγκος του κάλυπτε  και το Μίκη και το Γιάννη.

<<Με ρίξανε, φίλε.>>, δικαιολογήθηκε ο Μίκης στο μπράβο. Χωρίς να το σκεφτεί και πολύ, σηκώθηκε και τον ακολούθησε. Ο Νάσος, ο σερβιτόρος φαινόμενο, πλησίασε έντρομος και άρχισε να μαζεύει το τραπέζι τους. <<Καλύτερα να φύγετε>>, είπε με νόημα. Ο Γιάννης όμως δε φοβόταν τόσο εύκολα. Ή έτσι νόμιζε.  Γιατί όταν άλλος ένας φουσκωτός τους πλησίασε, οι παλμοί του ανέβηκαν  στους 160. 

<<Ελάτε μαζί μου>>, είπε ήρεμα ο μπράβος.

 Κανείς δεν τόλμησε  βέβαια να αρνηθεί αυτήν την τόσο ευγενική πρόσκληση κι έτσι, ξαφνικά,  βρέθηκαν πίσω απ' το μαγαζί, στο πάρκινγκ. Ο  Μίκης στο έδαφος γεμάτος αίματα, ακίνητος,  σαν νεκρός.   <<Που μας έμπλεξες ρε μαλάκα!>>, ήθελαν να πουν οι άλλοι, αλλά που να μιλήσουν, έτοιμοι να κατουρηθούν ήταν. Ο μπράβος τους  έβαλε απέναντι του και τους κοίταζε ανέκφραστος. Από κοντά είχε φάτσα ουρακοτάγκου.


<<Να και το φιλαράκι σας.>>, είπε δείχνοντας το αναίσθητο κορμί του Μίκη.
<<Δεν είναι φιλαράκι μας, ούτε τον ξέρουμε. Αυτός εδώ τον ήξερε.. >>, πρόλαβε να καρφώσει ο ένας απ' τους άλλους  δύο, δείχνοντας τον ένοχο. Ο φουσκωτός έγνεψε με ευγνωμοσύνη και κοίταξε διερευνητικά  το Γιάννη.  Μετά γύρισε προς το ρουφιάνο και του έριξε μια χορταστική, ξεγυρισμένη σφαλιάρα που μπορούσε να τον αφήσει και στον τόπο.


Ο Γιάννης κοκκάλωσε.<<Μίλα ρε μαλάκα!Εμείς δεν έχουμε καμία σχέση!>>, παρακαλούσε ο τρίτος της παρέας ενώ έπεφτε πάνω στο χτυπημένο προσπαθώντας να τον συνεφέρει.


Ο μπράβος άρχισε να γελά με την καρδιά του. Τον μπαγάσα, το διασκέδαζε. Στις φλέβες του Γιάννη άρχισε να κυλά και πάλι αίμα.


<<Ακου φίλε...εγώ ήξερα το Μίκη, όχι αυτοί. Και γιατί να πληρώνουμε εμείς τα ξενοπηδήματα του;>>
<<Ξενοπηδήματα;>> Ο φουσκωτός γέλασε ακόμα δυνατότερα. << Είστε πολύ  αστεία αγοράκια. Μ' αρέσετε. Άκου ξενοπηδήματα. Αν αυτουνού εδώ του σηκώνεται εγώ είμαι ο Κωστέτσος.>>


<<Ο, τι και να 'κανε. Εμείς δεν έχουμε σχέση. Γιατί να πληρώνουμε κι εμείς;>>
<<Γιατί; Γιατί έτσι.>>


Και την επόμενη στιγμή ακριβώς, ξύπνησε στο έδαφος, με φρικτούς πόνους. Δε θυμόταν και πολλά, μόνο ότι είχε ξαναβρεί  το Μίκη. Κι εκείνος δίπλα του, μες στα αίματα προσπαθούσε να του μιλήσει. <<Βοήθησε με φίλε>>


Λυπάμαι Μίκη, δε γίνεται. Βλέπεις, με ρίξανε  φίλε. Με ρίξανε.

Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

H βιογραφία ενός αποτυχημένου (Β επεισόδιο)

Η ζωή ξεκινούσε μετά τα μεσανυχτα. Ή λίγο πριν.


Έτσι  ήταν για το Γιάννη. Ντυνόταν με ό, τι πιο άνετο έβρισκε στη ντουλάπα του και ξεκινούσε τη μπαρότσαρκα. Όλο και κάποιος βρισκόταν να ακολουθήσει. Τη μια ήταν φίλος, την άλλη γνωστός, την παράλλη άγνωστος.


Όταν ερχόταν η νύχτα, δεν προγραμμάτιζε τίποτα. Ήταν έτοιμος για όλα. Μπορούσες να τον βρεις οπουδήποτε. Από τα στριπτιζάδικα της Συγγρού και τα κωλόμπαρα της Χαμοστέρνας, μέχρι το Μπαλτάζαρ και τα πιο ιν μπαράκια της Αθήνας. Δεν είχε φάει ποτέ πόρτα στη ζωή του. Ήξερε να ελίσσεται στις καταστάσεις πιο καλά και από αίλουρο.


Η νύχτα σε μαθαίνει νέους τρόπους. Σου δείχνει νέους δρόμους. Κι εκεί που νομίζεις ότι όλα είναι ίδια, τα μπαρ, οι άνθρωποι, το αλκοόλ, όλα αλλάζουν και παίρνουν άλλη μορφή.  Στο ημίφως.


Και το πρωί ο Γιάννης, στέλεχος μιας άτεγκτης πολυεθνικής, ίσιωνε τη γραβάτα και έπαιζε το ρόλο του. Νύσταζε βέβαια, αλλά θα ερχόταν το απόγευμα για να αναπληρώσει το χαμένο ύπνο. Και θα ξυπνούσε πάλι μετά τα μεσάνυχτα ή λίγο πρίν. Γιατί τότε ξεκινούσε κι η ζωή.


Στο ημίφως, φίλε. Στο ημίφως.