Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2013

Ένας Βασίλης... Άγιος



Μια μικρή βοήθεια... σας παρακαλώ Ειμαι απολυμένος. Μια βοήθεια. Καλά Χριστουγεννα”. Καθόταν δίπλα στις σκάλες με ένα κυπελάκι στο χέρι. Κανένας δεν τον πρόσεχε. Μόνο μια κυρία, πέρασε διπλα του, στάθηκε και σήκωσε το φρύδι. Πιο κει, ένας άστεγος πουλούσε τη Σχεδία του μήνα. Και κάτω, μέσα στο σταθμό του μετρό, ειδα τον γνωστό μου, αυτόν που είχε πόστο το μηχάνημα των εισιτηρίων. “Τα ρέστα, τα χρειάζεσαι;” ρώτησε μόλις ακουσε ήχο κέρματος. “Κάτι τα χρειάζομαι, αλλά δεν θυμάμαι τί”, του είπα Του έδωσα 20 λέπτα. Δεν του δίνω κάθε μέρα. Ακουσα από κάτω το τρένο. Έφευγε ή ερχόταν; Έφευγε.
“Δεν πειράζει δεσποινίς. Σε δυο λεπτά έρχεται το επόμενο”
Είχε άσπρα μακριά μαλλιά κι άσπρα γένια. Φορούσε ένα σκισμένο παλτό. “Σε δύο δεσποινίς. Δεν είναι πολύ”. Μου έδειξε το ρολόι. Κουβαλούσε κι έναν σάκο στον ώμο. “Προσοχή στα προσωπικά σας αντικείμενα”, προειδοποίησε μια φωνή. “Προσέχουμε, προσέχουμε”, ειπε ο ασπρομάλλης και έσφιξε το σάκο.
“Ε ρε πήξαμε από δαύτους τελευταία. Άντε τώρα να καταλάβεις ποιος ειναι αληθινός,”, μουρμούρισε ένας κυριούλης και εφυγε μέτρα μακριά, απέναντι. Καθησε κάτω άπο έναν στίχο του Καβάφη και χασμουρήθηκε. Μετά εβγαλε από μια σακούλα ένα περιοδικό για αυτόκίνητα και διαβαζε με συγκίνηση. Φαινόταν αληθινός.
“ Έρχεται, δεσποινίς. Προσοχή στο κενό” είπε ο ασπρομάλλης
Το βαγόνι ήταν άδειο. Κάθησα σε μια θέση στην τύχη. Ο “συνοδός” μου κάθησε ακριβώς απέναντι.
“Πώς σας λένε δεσποινίς;”
“Εσμεράλντα.”
“Εμένα Άγιο. Χαίρω πολύ”
“Αγη; Από το Αγησίλαος;”.
“Οχι. Άγιο, από το Βασίλης”,
Τον κοίταξα λοξά.
“Βασίλη με βάφτισαν. Οι φίλοι, με φωνάζουν Άγιο”
“ Μπράβο. Ωραίο όνομα”
“Το Εσμεράλντα ειναι καλύτερο.”
Η πόρτα άνοιξε και μπήκαν κι άλλοι. Κάθησαν στις θέσεις δίπλα μας.
“Δεν μου αρέσει να γίνομαι φορτικός δεσποινίς. Όμως πρέπει να με βοηθήσετε”, ειπε χαμηλόφωνα.
Περίεργο λεξιλόγιο για περιπλανώμενο. Τον κοιταξα καλύτερα. “Τί θελετε;” “Να με πατε σε μια διεύθυνση. Ειναι μεγαλη ανάγκη”. Έβγαλε ένα τσαλακωμένο, βρώμικο χαρτί. Μου το έδωσε. Το μετρό άρχισε να τρέχει σαν τρελό. Διάβασα μερικά ονόματα. Καποιες διευθύνσεις. “Μάλλον πάσχει απο Αλτσχάιμερ” , σκέφτηκα. Τον κοίταξα στα μάτια. Ήταν μεγάλα, ωραία. Τα μάτια ενός Αγίου. “Θα με πάτε, δεσποινίς;”. “Ναι. Έχω λίγο χρόνο στη διάθεση μου”. “Το ήξερα”, είπε και κοίταξε έξω από το τζάμι.
Κατεβήκαμε στους Αμπελοκήπους. Εκεί, κάπου κοντά στην Αλεξάνδρας ήταν το σπίτι που έψαχνε ο Άγιος. Την ήξερα καλά την περιοχή, ευτυχώς. Περπατήσαμε μαζί, δίπλα δίπλα “Μα τί έχετε πια σ' αυτόν το σακο και τον προσέχετε τόσο πολύ;” “Κάτι. Κάτι πολύτιμο”. Φτάσαμε στον προορισμό μας. Μια πολυκατοικία σαν όλες τις άλλες. Το όνομα στο χαρτάκι όμως, δεν υπήρχε στα κουδούνια. Δεν υπήρχε πουθενά..
“Άργησα. Για άλλη μια φορά, άργησα” Ο 'Αγιος αποκαμωμένος κατέβασε το σάκο του στο πεζοδρόμιο και κάθησε πάνω του.
“Πόσο αργήσατε Άγιε;”
“Πολύ. Χρόνια μάλλον. Δεσποινίς είμαι ένας μόνο. Και τα παιδιά, εκατομμύρια.”
“Πού θέλετε να πάμε τώρα;”
“Σπίτι μου. Να γυρίσω σπίτι μου. Είμαι πολύ κουρασμένος”
“Που μένετε;”
“Στο άλσος. ”.
“Ποιο άλσος;”
“Δεν θυμάμαι”.
Στο μυαλό μου έψαχνα αριθμούς. Πολλούς αριθμούς..Τον αριθμό που είχαν δώσει για τους αστεγους. Τον αριθμό του silver alert. Το 100. Και μετά τα εκατομμύρια παιδιά που περίμεναν.
“Πάμε”, του είπα απλά και με ακολούθησε. Ξαφνικά μες στη μέση του δρόμου στάματησε. “Θέλω μια γρανίτα,” είπε. Δεν το σκέφτηκα πολύ. Τον πήγα στο πρωτο καφέ που συναντησαμε. Δεν είχε γρανίτα. Ο Άγιος ήθελε μια ζεστή σοκολάτα. Ή μιλκ σέικ; Ή σοκολάτα; Δεν μπορούσε να αποφασίσει. Παρήγγειλε μόνος του και τα δυο. Με τρόπο κοίταξα στην τσάντα μου να δω αν έχω λεφτά.
“ Παλιά η Ελλάδα μου άρεσε πολύ. Τώρα είναι χάλια”
'Ναι, δεν είναι οπως παλιά”
“Οταν ερχόμουν εδώ για να δουλέψω πέταγα. Το έκανα με μεγαλη χαρά”
“Αγιε...θέλω να σας ρωτήσω κάτι.. είστε μόνος στη ζωή;”
“Ναι, είμαι. Μόνος. Μην ακούς για βοηθούς και ταράνδους. Αυτά ειναι παραμύθια”
Ήπια μια γουλιά από τον καφέ μου. Πικρός μου φάνηκε, αλλά έτσι τον έπινα πάντα.
“ Και πώς τα καταφέρνετε Άγιε. Θέλω να πω σε μια μέρα...πως μπορείτε να μοιράζετε δώρα σε ολα τα παιδιά του κόσμου;”
“Δεν το κάνω σε μια μέρα...κι αυτά όλα είναι Μύθος. Μπορεί να μου πάρει έναν ολόκληρο χρόνο να μοιράσω τα δώρα. Ή και παραπάνω. Να... σ' αυτο το παιδάκι εδώ..δεν προλαβα. Το ξέχασα μάλλον.”
Ξαφνικά σαν να τον τσίμπησε μύγα. Σηκώθηκε να πάει τουαλέτα. Τον σάκο τον είχε αφήσει δίπλα μου και φυσικά μπήκα στον πειρασμό. Τον άνοιξα. Ο σερβιτόρος απέναντι στραβοκοίταζε εδώ και ώρα. Τον φώναξα και πλήρωσα.
“Πάμε; Έχω πολλά παιδιά να επισκεφτώ”
“Δύσκολο αυτό”.
“Δύσκολο δεν έιναι αυτό Εσμεράλντα. Δύσκολο είναι άλλο...ξέρεις ποιο.”
“Ποιο;”
“Αυτό που σκεφτόσουν κι εσύ κάποτε..Είναι δύσκολο να καταλάβω ποια παιδιά με έχουν πραγματικά ανάγκη.”
Τον κοίταξα περίεργη. Και θυμήθηκα.“Ο Αη Βασίλης γιατί δεν πήγε ποτέ στο κοριτσάκι με τα σπίρτα;” Μια από τις πρώτες απορίες της ζωής μου. Και μια από τις απορίες που έμειναν απορίες.
“Και τί κάνετε Άγιε για αυτό;”
“Τι να κάνω κορίτσι μου; Μπορεί να είμαι Άγιος, αλλά είμαι μόνος σε έναν άδικο κόσμο. Τί περιμένεις να κάνω;”
Για πρώτη φορά χαμογέλασε πλατιά. Μια σειρά απο ετοιμόρροπα, σάπια δόντια εμφανίστηκαν πανηγυρικά.”'Πάμε. Έχω πολλή δουλειά. Ετσι όπως έχει γινει η Ελλάδα, η δουλεια μου είναι ακομα πιο σκληρή”
Σηκωθήκαμε. Μου ζήτησε να τον πάω και στην επόμενη διεύθυνση. Δέχτηκα. Το πρόγραμμα μου άλλωστε είχε καταστραφεί, δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω.Περάσαμε απέναντι από ένα αστυνομικό τμήμα. Ο Άγιος με κοίταξε. “Ξέρω πως άνοιξες το σακο”, είπε. Αισθάνθηκα πολύ άβολα “Και ξέρω πως δεν σε λένε Εσμεράλντα, ωραία μου δεσποινίς”. Περπάτησα μουδιασμένη.
“Λοιπόν; Bρήκες μέσα στο σάκο, αυτό που ήθελες;”, με ρώτησε.
Δεν ήξερα τί ηθελα ακριβώς, βρήκα ομως αυτό που περίμενα. Παλιόρουχα και παλιοπράγματα. Ο, τι θα κουβαλούσε μαζί του ένας άστεγος. “Λοιπόν Αλίκη; Βρήκες αυτό που έψαχνες;”
Ο Άγιος Βασίλης με το σκισμένο παλτό, ήξερε το όνομα μου. Παρόλαυτα,δεν πανικοβληθηκα, ούτε τα έχασα.
”Οχι Άγιε. Δεν βρήκα αυτό που έψαχνα.”
“Δεν έψαξες βαθιά, για αυτό” ειπε και μπήκαμε σε ένα λεωφορείο. Το επόμενο παιδί που θα ψάχναμε ήταν στο Κουκάκι. Δεν ήταν και πολύ μακριά.

Το σκιτσο ειναι του καλού μου φιλου Σταύρου Καραγιάννη. Το εμπνεύστηκε διαβάζοντας την ιστορία αυτή, και τον ευχαριστώ θερμά!

ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ!

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Ο δρόμος για τη δική σου Ιθάκη

Και ξαφνικά, στίχοι του Καβαφη άρχισαν να ταξιδευουν στο κλεινόν άστυ. "Δεν έχω σήμερα κεφάλι για δουλειά", σου λέει ο ποιητής το πρωί,  παίρνεις το λεωφορείο και ταυτίζεσαι -αν φυσικά έχεις δουλεια. 'Ξένος εγώ, ξένος πολύ", αισθάνεσαι στο σταθμό του Κεραμεικού. "Επέστρεφε συχνά και παίρνε με, αγαπημένη αίσθησις, επέστρεφε"  Μπες σε αυτό το λεωφορείο, αν περάσει από μπροστά σου. Στην επομενη στάση  θα ανέβει ο έρωτας της ζωής σου και θα καθήσει δίπλα σου. Αλλά κι αν το χάσεις, θα έρθει το επόμενο που θα γράφει "και τελοσπάντων, να τραβούμε εμπρος"

Και θα συνεχίσεις το δρόμο για τη δική σου Ιθάκη.

Ιθάκη; Μα ο ίδιος ποιητής, δε λεει καπου.: "Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη, να εύχεσαι να είναι μακρύς ο δρομος".Ναι, αλλά άστο για σήμερα. Βρέχει, τα λεωφορεία αργουν τραγικά και  τελοσπάντων δεν μπορείς να εύχεσαι να είναι μακρύς ο δρόμος, γιατί θα φτάσεις σπίτι σου τα άγρια μεσάνυχτα.

"Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θα βρεις άλλες θάλασσες Η πόλις θα σε ακολουθεί" λέει σε άλλο ποίημα.Βέβαια. Ειδικά με το μποτιλιάρισμα στη Μεσογείων, θα νιώθεις σαν να σε ακολουθούν και τα πέντε εκατομμύρια αυτης της πόλης. Καινούριους τόπους  δε θα βρεις-μόνο  αν πάρεις λάθος γραμμή - όσο για θάλασσα, τυχερός θα είσαι αν φτάσεις μετά από κανά δίωρο μέχρι τη Λούτσα. 

"Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ να τά βρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω." (τα παράθυρα. από τα Ποιήματα 1897-1933). Αν το όχημα έχει κλιματισμό, ναι δεν είναι ανάγκη να τα βρεις. Αν δεν εχει και είναι κατακαλόκαιρο κι αν δεν  θες να λιποθυμήσεις, καλυτερα να τα βρεις και να κάτσεις σε  ολη τη διαδρομή δίπλα τους.

Μπερδευτήκατε λιγο ε; Κι εγώ. Γιατί ειναι περίεργο όταν στίχοι μεγάλων ποιητών μεταφέρονται στο δρόμο. Όταν συνδέονται με την καθημερινή δραστηριότητα του ανθρώπου. Η ποίηση είναι μαγεία και μέρος της μαγείας της θυσιάζεται όταν μπερδευεται με την πεζή πραγματικότητα. Το εγχείρημα γίνεται λοιπον πολύ δύσκολο κι η  επιλογή πρεπει να είναι πολύ προσεκτική. Είναι σαν να βαζουμε έναν άνθρωπο που έζησε από το 1863 μέχρι το 1933, να περπατήσει σε έναν δρόμο του 2013 και να προσπαθήσει να συνεννοηθεί με τους ανθρωπους, για εντελώς πρακτικά ζητήματα.

Κάτι μου λέει βέβαια πως ο Καβάφης θα τα κατάφερνε. Θα περπατούσε στην καρδιά της πόλης σε ώρες αιχμής και θα πλησίαζε απηυδισμενους ανθρώπους  σε στάσεις λεωφορείων. Θα έβγαζε ένα σακουλάκι με σοκολατάκια και θα τους πρόσφερε. Εκείνοι θα αρνούνταν "υποψιασμένοι".
"Αποχαιρέτα τη την Αλεξανδρεια που χάνεις".θα τους έλεγε στο τελος.
Και οι περισσότεροι θα νόμιζαν ότι εννοουσε τη λεωφόρο Αλεξάνδρας.


( Υ.Γ. Η κίνηση αυτή κατά τη γνώμη μου  ειναι θετική. Οποιαδήποτε επαφή με την ποίηση, ειναι σταγόνα δροσιάς, όαση. Απλά ο Καβαφης ειναι πολύ ιδιαίτερος ποιητής. Ειναι εξαιρετικά δύσκολο να μεταφέρουμε το έργο του κατακερματισμένο, αποσπασματικά. Βασικό στοιχείο της ποίησης του είναι η ειρωνεία, η οποία χάνεται αν απομονώσουμε έναν ή δυο στίχους. Προσωπικά θα πρότεινα, ολοκληρα ποιηματα του, ΜΕΣΑ στα λεωφορεία, ή εξω στις στάσεις. . Θέλω να πιστεύω ότι πολλοί, όρθιοι, εκνευρισμένοι, στριμωγμένοι, θα γύριζαν το κεφάλι και θα διάβαζαν το υπέροχο αυτό ποιημα. Και αν όχι πολλοι, αρκετοί. Ή έστω καποιοι. Ή δεν ξερω. Εγω πάντως σας το παραθέτω.)



Η Σατραπεία Αναγνωρισμένα

Εκτύπωση

Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κ’ επιτυχία να σε αρνείται·
να σ’ εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες,
και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.
Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις,
(η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις),
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πηαίνεις στον μονάρχην Aρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια.
Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.
Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει·
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,
τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε·
την Aγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους.
Aυτά πού θα σ’ τα δώσει ο Aρταξέρξης,
αυτά πού θα τα βρεις στη σατραπεία·
και τι ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις.
(Από τα Ποιήματα 1897-1933)





Κυριακή, 14 Ιουλίου 2013

Κοιτάζουμε τα άστρα

“We are all in the gutter, but some of us are looking at the stars.”
― Oscar Wilde, Lady Windermere's Fan 


(είμαστε στο ίδιο λακκο, αλλά μερικοί από μας κοιταζουμε τα άστρα)




 Let’s dive in the gutter,
Try to reach the sea.
Try to reach the sea,
In the gutter.

Let’s move to the living world.


Σας φιλώ.

Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2013

Εμεις κι ο Κάφκα

     Πριν κάποιο καιρό είδα ένα όνειρο. Είδα ότι με ειχαν καταδικάσει σε θάνατο.Με είχαν βάλει σε ένα σκοτεινό κελί και περίμενα, όπως ακριβώς είχα δει στο Πράσινο Μίλι, να με οδηγήσουν στην ηλεκτρική καρέκλα. "Εχεις μια τελευταία επιθυμία", μου είπε στεγνα το υποσυνείδητο και με αφησε μόνη με την τελευταία απόφαση της ζωής μου. Ξέρω. Οι περισσότεροι θα επέλεγαν κάτι απλο και καθημερινο. Ένα ωραίο γεύμα, την παρέα καποιου ανθρώπου, συγχώρεση, Ή κάτι απίθανο,  που δε θα έκαναν ποτέ. Μια τρελη, τρελή πτηση, μπάντζυ τζάμπινγκ από τα Ιμαλάια, ή ένα τσιγάρο με θέα τους καταρράκτες του Νιαγάρα, έτσι, για σπάσιμο στο θάνατο. Κι όλα αυτά για να μην εκφράσουν τη μια και μοναδική επιθυμία, που δεν τους επιτρεπόταν. "Θέλω να ζήσω".
     Όχι. Η δική μου επιθυμία, ήταν άλλη. "Θελω να μάθω το λόγο της καταδίκης μου". Βλέπετε κανεις δε μου είχε πει για ποιο λόγο θα πέθαινα. "Λες και θα αλλάξει κάτι...αφού θα πεθάνεις. Αυριο το πρωί θα πεθάνεις".
 Ξύπνησα μούσκεμα στον ιδρώτα. Δεν είχα πεθάνει. Τουλάχιστον, όχι ακομα. 

(στη μνήμη του αγαπημένου μου συγγραφέα Φραντς Κάφκα)


Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

Έκτακτη μουσική παρέμβαση στο μπλογκ μου, από τον Κυριο Λέοναρντ Κοεν αυτοπροσώπως

Mια έκτακτη μουσική παρέμβαση στο μπλογκ μου, από τον Κυριο Λέοναρντ Κοέν αυτοπροσώπως.






            True Self

    True Self, True Self,
    has no will-
    It's free from "kill"
    To "Do not Kill"
    But while I' m
    a novice still
    I do embrace
    with all my will
    the First Commitment
    "Do not kill"
   L. Cohen (Book of Longing)
  
Ο Λέοναρντ Κόεν ή Κοέν (Leonard Norman Cohen: Μόντρεαλ, Καναδάς, 21 Σεπτεμβρίου 1934 – ) είναι αγγλόφωνος Καναδός, τραγουδιστής, τραγουδοποιός, μουσικός, ποιητής και συγγραφέας. Τα κύρια θέματα της δημιουργίας του είναι η θρησκεία, η απομόνωση, ο έρωτας και οι διαπροσωπικές σχέσεις, χωρίς ωστόσο να λείπουν και οι τοποθετήσεις του σε κοινωνικοπολιτικά θέματα όπως ο πόλεμος, οι εκτρώσεις, κ.λπ.
 Τιμηθηκε με πολλά βραβεία και διακρίσεις κατά τη διάρκεια της καριέρας του. Το 2010 του απονεμηθηκε Τιμητικό Βραβείο Grammy, για το σύνολο της προσφοράς του.

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

Επιτέλους κάποιος να λύσει αυτήν την (Ευρω) ζώνη,

                         γιατί θα μας πάρουν και το Ευρω(σώβρακο)





Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Των εποχών και της ζωής (χαικου)


Σέπια κίτρινη,
το χέρι στο μέτωπο,
σταγόνες βροχής,
            /
Πληγή στο χιόνι,
ξεχασμένα όνειρα,
μπλε πανωφόρι
            /
Πράσινο, ζωή,
δάσος αναμνήσεων,
μια καταιγίδα.
          /
 Γαλάζιο  νερό,
ατελείωτη θάλασσα
το καλοκαίρι.



Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

ΓΥΝΑΙΚΑ

          Γυναίκα

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα

Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου
για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δεν με ορίζει

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη, αμφίβια Μοίρα
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι
πρώτη φορά, σε μια σπηλιά, στην Αλταμίρα

Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ που μ' είδες
Στην άμμο πάνω σ' είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο
διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα
Εδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα

Νίκος Καββαδίας

(από Μουσείο Fados, Λισαβονα)
 
 

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

Μερικοί το προτιμούν καυτό, μερικοί κρύο.

Κάνε ένα κορίτσι να γελάσει και το κορίτσι, θα κάνει για σένα τα πάντα, είπε η Μέριλιν. Κάνε έναν άνθρωπο να γελάσει και ο άνθρωπος, θα κάνει για σένα πολλα, λέω εγώ. Αλλά και τίποτα να μην κάνει, θα σε θυμάται. Αν όχι για πάντα, για πολύ πολύ καιρό.

Ετσι θυμάμαι κι εγώ την ίδια τη Μέριλιν και την παρέα της, από παλιά, από τότε που στην τηλεόραση υπήρχαν μόνο δυο κανάλια. Τότε που περιμέναμε το Σάββατο βραδυ για να γελάσουμε με τη Μαίρη Αρώνη Πάστα Φλώρα, την Αλίκη Βουγιουκλάκη Πετροβασίλη και τη Τζένη Καρέζη Δεσποινίδα "Διευθυντή".

Τότε (όχι και τοσο παλιά βέβαια),  ήταν που   έτυχε να δω  και ένα "ξενο έργο-κατάλληλο"  το "μερικοί το προτιμούν καυτό" (some like it hot).  Δυο άντρες μουσικοί,  κυνηγημενοι από κάποιο μαφιόζο, μεταμφιέζονται στις πιο άσχημες γυναίκες από καταβολής κόσμου. Ανάμεσα τους χώνεται  μια χαζή πλατινέ ξανθιά ετοιμη για όλα και κυρίως, ετοιμη για μπελάδες.  Η Μέριλιν Μονροε βοηθάει ανικανο εκατομμυριούχο, ο Τόνυ Κέρτις παραδίδει μαθηματα γοητείας και μέσα σε  ολα, ένας αξέχαστος Τζακ Λεμον, σε κριση σεξουαλικής ταυτότητας να ξεστομίζει τις καλυτερες κωμικές ατάκες στην ιστορία του κινηματογράφου. 

Με εκείνη την ταινία γέλασα. Γέλασα πολύ και δυνατά Κι από τότε μου έμεινε και το κουσούρι. Όποτε βλέπω μια πολύ αστεία ταινία, ή ακουω κάτι πολύ αστείο,  γελάω πολύ δυνατά, γεγονός που φερνει σε δυσκολη θεση τους γύρω μου κι έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την καλή ανατροφή μου.

Μια νύχτα που έβλεπα το Τέρας ( Ιl Mostro)  του Μπενίνι, γέλασα τόσο πολύ που οι γονείς μου πετάχτηκαν απ΄' το κρεβάτι βεβαιοι πως το τέρας, ήμουν τελικά εγω. Μια φορά που βγηκα ραντεβού με καποιον αστείο τύπο, μέτραγα κρυφά από μέσα μου προβατάκια για να επιβραδύνω εκείνο το τρομακτικό γέλιο, που θα τον έστελνε  για τσιγάρα (για πάντα) μια ώρα αρχίτερα.

Και κάθε φορά που πηγαίνω σινεμά να δω Γούντυ Άλλεν, παίρνω βαθιές ανάσες, σφαλίζω  τα μάτια και σφίγγω το χέρι του συνοδού μου, για να μη με πιάσει εκείνο το νευρικό γέλιο, που θα  κάνει τους υπολοιπους θεατές να απαιτησουν την διακοπή της προβολής (και με το δίκιο τους βεβαια)

Δυστυχώς, έτσι είμαι, όσο κι αν προσπαθώ να επιβληθώ στον εαυτό μου,  δεν μπορώ να συγκρατήσω το γέλιο μου όταν προκειται για κάτι πραγματικά αστείο. Για αυτό συμπάσχω με όλους οσους  γελάνε άκομψα με οτιδήποτε. Με το Σεφερλή στο Δελφινάριο, το Λαζόπουλο στον Άλφα, το Μr Bean στο Black Adder ή το Ζήκο στο της Κακομοίρας.

Σεβομαι το πραγματικό, άδολο γελιο, από όπου κι αν προέρχεται.

Γιατί έτσι έχουν τα πραγματα με το χιουμορ, τη φάρσα, την πλάκα., το αστείο.

Μερικοί το προτιμούν καυτό, μερικοι κρύο. Προσωπικά το προτιμώ καυτό.



 

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

Το πρώτο μου ερωτικό γράμμα

      Αυτό που θα σας διηγηθώ έγινε πριν από πολλά, πολλά χρόνια. Αιώνες μάλλον. Αφού να σκεφτείτε,  ήταν τότε που στέλναμε ακόμη γράμματα. Όχι, εντάξει, τα σήματα καπνού και τα ταχυδρομικά περιστέρια είχαν  καταργηθεί. Την ίδια δουλεια έκαναν, με κάποια -σχετική- επιτυχία, τα ΕΛΤΑ.

Έρωτας βέβαια υπήρχε και τότε και-αν διαφωνείτε, διορθώστε με- ήταν ίδιος με τώρα. Μόνο όλα τα υπόλοιπα ήταν διαφορετικά.

Σκεφτείτε  πως  δεν υπήρχε email., chat και inbox. Το GPS ήταν ακόμα υπηρεσία της NASA. Δεν υπήρχε καν SMS για να γράψεις "τι κάνεις αγάπη μου; σε σκεφτομαι, θα έρθω στις 9.00". Μόνο  τηλέφωνο (σταθερό) υπήρχε και γράμματα. Άρα καλά  λέω,  αιώνες πριν, κι ας ήταν μολις 15-20 χρόνια.

    Γράμματα λοιπόν. Τα αγαπούσα και τα φοβόμουν ταυτόχρονα. Μάλλον έφταιγε  η πρώτη λατινική εκφράση που έμαθα, εκείνο το "scripta manent"

    Τα γραπτά μένουν. Στέλνεις ένα γράμμα και αυτό είναι. Τίποτα και κανείς δεν μπορεί να το φέρει πίσω. Οι σκέψεις σου, τα λόγια και τα συναισθήματα, στα χέρια και στη διάθεση του παραλήπτη. Για πάντα.

    Φανταστείτε τώρα,  τι χαμός γινόταν με την ερωτική αλληλογραφία. Να γράφεις τα πάθη και τους πόθους σου σε χαρτί, να παραδίδεις ψυχή σε καποιον που τυχαια, αγάπησες κι οι πιθανότητες; Πολλές.  Χλευασμός, γελοιοποίηση ή εστω, συγκαταβατική ευγένεια. Πολύ επικίνδυνη υπόθεση το ερωτικό γράμμα τελικά.

     Γι αυτό κάποιοι  που  είχαν μελετήσει καλά το θεμα, βρήκαν τη λύση. Ερωτικά γράμματα, αλλά ανώνυμα. Αγόρια και κορίτσια, όλοι όσοι  ήθελαν να πουν σε καποιον πόσο τον ποθούν, μπορούσαν απλά να το γράψουν, χωρίς βέβαια να φανεί πουθενά η ταυτότητα τους.

  Στην κολλητή μου είχαν στείλει ένα τετοιο. Και στον ξάδερφο μου  Και σε άλλους. Ξαφνικά, όλοι είχαν στείλει ή ειχαν λάβει ανώνυμο γράμμα εκτός από εμένα, που το μόνο ερωτικό που έφτασε ποτέ στα χέρια μου, ήταν ένα  ραβασάκι  στα θρησκευτικά, με κολλυβογράμματα, και τη ρομαντική ατάκα "τα λέμε στο διαλειμμα, κοντά στις τουαλέτες".

Έτσι, ένα απλο εφηβικό παράπονο, γεννήσε την πιο αθώα απ' τις φαντασιώσεις μου.
Το ανώνυμο γράμμα που περίμενα να έρθει και ποτέ δεν ερχόταν.

 Εκεινο  το μεσημέρι λοιπόν που είδα το φακελο στο χαλάκι της εξώπορτας. κατάλαβα πως δυο περιπτώσεις υπήρχαν. Α. Το ποτέ να μην ισχύει πάντα και όλα όσα γράφονταν στην Πάττυ, τη Μανίνα και στην Κατερίνα, να γίνονται και στη ζωή  ή Β. Κάποιο από εκείνα τα κωλόπαιδα τους συμμαθητές μου,  διάβασε τις σκέψεις μου και μου έκανε πλάκα.

   Πήρα το φάκελο δειλά στα χέρια μου. Τοτε  θυμαμαι, μ'αρεσε ένας απ' την τάξη μου, ένας τύπος που τον έπαιρνα διαρκώς τηλέφωνο άκουγα τη  φωνή του και το έκλεινα. Σιγά μην ήταν αυτός.

Αλλά δε με ενδιεφερε και πολύ ποιος ήταν. Η καρδιά  μου χτυπουσε σαν ξελιγωμένο ταμπούρλο.

   "Αγαπητή ήθελα εδώ και καιρό να σου πω μερικά πράγματα  (έγραφε στην πρωτη σειρά με όμορφα-για άντρα-γράμματα). Αποφάσισα να σου γράψω επειδή είσαι μικρότερη μου  και δεν είχα κάποιο τηλεφωνο, μόνο διεύθυνση θυμόμουν, δεν μπορουσα να σε προσεγγίσω με άλλον τρόπο...Ήθελα να σου πω ότι στην Εκδρομή, σε ξεχώρισα από τα άλλα κορίτσια, ήσουν η πιο ώριμη  ακόμα και από  τα πιο μεγάλα..."

Στην Εκδρομή.Ήταν κάποιος από την Εκδρομη!

 Κι έγραφε πολύ όμορφα. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Ή έτσι ένιωσα.  Πουθενά δεν έγραφε το όνομα του. Κι αν όντως ηταν φάρσα; Kι αν δεν ήταν; Και πάλι, δε με ενδιέφερε.

Είναι λυτρωτικό να είσαι στην εφηβεία και να ξέρεις πως κάποιος ενδιαφέρεται.

Πέρασαν μέρες και ονειροπολούσα, έψαχνα σε όλα τα αγόρια γύρω μου τον αποστολέα. Ωσπου ξανασυναντηθήκαμε μια μέρα, όλα τα παιδιά που είχαμε πάει εκείνη τη μοιραία  Εκδρομή. Είχα τρομερή αγωνία, όλη την ώρα έψαχνα να βρω στα αγορίστικα πρόσωπα τον κρυφό θαυμαστή μου. Και τελικά, ναι. Ο Μάριος ήτανε. Το έβλεπα στα μάτια του, στον τρόπο που με κοιτούσε. Τα μάτια μου άρχισαν να πετάνε σπίθες.

   Όταν το διαλύσαμε, εκείνος το έπαιζε αδιάφορος. Λογικό ήταν, δεν ήθελε ακόμα να προδοθεί, ή απλά ντρεπόταν. "Τα λέμε", μου ειπε με νόημα και χαμόγελο. Ανταπέδωσα  κι ετοιμαζόμουν να φύγω, όταν  ένας άλλος απ' την παρέα, ο Νίκος με προλαβε. "Πάμε μαζί; Μπορώ να σε πετάξω με το αμάξι". Δεν είχα λόγο να αρνηθώ.

 Στο σημείο αυτό, όσοι έχετε δει  κάμποσες ταινίες βγαλμένες απ' τη ζωή, πιάσατε την ήττα μου. Ο Νίκος ήταν ο αποστολέας και όχι ο Μάριος. Ο Νικος, παιδί καλής οικογενείας, καλός φοιτητής και ευγενικός μέχρι το μεδούλι. Το ομολόγησε σχεδόν από μόνος του, όταν μου επανέλαβε κάποια από τα λόγια που έγραψε.  Ταράχτηκα, ένιωσα μια έξαψη ,ένιωσα πολλά, αλλά δεν ένιωσα ερωτική έλξη.  Θα έπρεπε με τρόπο, να τον απορρίψω.

Μου έδωσε το τηλέφωνο του εκείνο το βραδυ. Θα έπρεπε να είμαι  ικανοποιημένη. Το όνειρο μου έγινε πραγματικότητα. Παρόλα αυτά, αισθανόμουν αμηχανία και θλίψη.  Και μια άσχημη γευση  στο στόμα, μια γευση που μου έρχεται πολλές φορές ακόμα σήμερα.

Τη γευση του ανεκπλήρωτου. Και τότε άρχισα να καταλαβαίνω. Να υποψιάζομαι τη ματαιότητα των σχέσεων, να ψυχανεμίζομαι τα δεινά που μπορουν να προκαλέσουν τα ερωτικά πάθη. Ανυποψίαστη μπήκα στο γαiτανάκι αυτο, που ενώ άλλον θέλεις, άλλος σε θέλει και όταν θέλετε κι οι δυο, υπάρχει σχεδόν πάντα κάποιο πρόβλημα.

Δεν ξαναέλαβα  ανώνυμο ερωτικό γράμμα. Κάποια επώνυμα, κάποια ποιήματα, ένα παραμύθι. Λίγα πράγματα.

Κι εκείνο το πρώτο και μοναδικό γράμμα, δυστυχώς δεν το έχω. Χάθηκε κάπου, μέσα στο χώρο και στο χρόνο.

Θα ήθελα πολύ να το έχω.  Ένα ενθύμιο μιας άλλης εποχής, πιο απλής, όταν οι επιθυμίες δεν εκπληρώνονταν  από το τεχνολογικό τζίνι, αλλά από καποιον άλλο μάγο.

 Μιας εποχής που απλά περίμενες υπομονετικά κάτι να σου συμβει και, συνήθως, σου συνέβαινε.

Θα 'πρεπε να το έχω εκείνο το γράμμα. Τα λόγια πετούν και τα γραπτά μένουν.

"Scripta manent" , συμφωνα με τους σοφούς λατίνους.
Αλλά τελικά  δε μένουν μόνο τα γραπτά.
Μένουν και τα συναισθήματα.
Ευτυχώς.