Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

Στο κουτί

Ο φίλος μου ο Δ, ειναι γητευτής γάτων. Μόλις δει αδεσποτο γατί, στέκεται, ενωνει τα χείλη του οπως μόνο αυτός ξέρει, και αρχίζει ένα ατελείωτο ψιψιψιψιψιψιψι... Το γατί τεντώνει τα αυτιά, και κοιτά σαν υπνωτισμένο. Τότε ο Δ, με αργές προσεκτικές κινήσεις, πλησιάζει κι αρχίζει να το χαιδεύει. Όλες, ακόμα και η πιο άγρια, η πιο φοβισμένη γάτα, στο τέλος παραδίδονται άνευ όρων στο άγγιγμα του. Γιατι με τις γάτες ο Δ, πως να το κάνουμε, έχει τον τρόπο του. Ήμουν λοιπόν τυχερή που ήταν μαζί μου τη μέρα που τα συναντησα. Τρία νεογέννητα γατιά, πετάμενα στην άκρη του πουθενά. Παραπατούσαν, νιαούριζαν, έτρεχαν στη μέση του δρόμου φοβισμένα. Ο Δ έσκυψε και άρχισε να χαιδεύει στοργικά το ένα.
“Πεινάνε. Παρτε τα απο εδώ αν μπορείτε. Σωστε τα πριν τα κόψει καν'α αμαξι”, ειπε ένας άγνωστος σε ένα μπαλκόνι. Ο Δ δεν ήθελε και πολύ. Ήξερε μια κυρία που φροντιζε γατιά στο Παγκρατι. Τα βάλαμε σε ένα χάρτινο κουτί και ξεκινήσαμε για εκεί. Το κουτί το κρατούσα εγω. Τα γατιά ήταν διαφορετικά, όχι μόνο στην όψη αλλά και στην προσωπικότητα. Το ένα ήταν γκρι και ειχε κουρνιάσει φοβισμένο στην άκρη του κουτιού. Ήταν το πιο αδύναμο. Το άλλο ήταν μαυρόασπρο. Σε όλη τη διαδρομή με κοιτούσε και νιαουριζε, με κοιτούσε και νιαούριζε. Το τρίτο, το κατάμαυρο, ήταν το πιο ατίθασο. Συνέχεια προσπαθούσε να βγει απ΄το κουτί. Σκαρφάλωνε και το ξαναέβαζα μέσα. Με κοίταζε, δεν έβγαζε άχνα, και μετά πάλι τα ίδια. Μου εβγαλε την πίστη μέχρι να φτασουμε.
Η κυρία στο Παγκρατι, μας υποδέχτηκε προβληματισμένη. Τα γατάκια φαίνονταν πολύ αδύναμα, άρρωστα ίσως. Τους έβαλε αμέσως να φάνε. Δεν σαλεψαν, μονο το μαύρο όρμηξε και άρχισε να τρώει με μανία.
Το θαύμασα πολύ τότε. Είχε μια δίψα για ζώη, μια ενεργητικότητα. Είχε χαρακτήρα.

Μετά απο λιγο καιρό ρώτησα το φίλο μου το Δ τι γίνονται τα γατάκια μας.
Ο Δ μου είπε πως το γκρι, το πιο αδύναμο, είναι μια χαρά. Μεγάλωσε και κυκλοφορεί καμαρωτό στους δρόμους του Παγκρατίου.Το ίδιο και το γκρινιάρικο, το μαυρόασπρο. Για το μαυρο ομως, δεν μου έλεγε. “Το μαύρο;”, ρώτησα αναγκαστικά. “Δεν τα καταφερε. Πέθανε λιγες μέρες μετά....”.
Δεν το πίστευα. “Μα εκείνο ήταν το πιο ζωήρο, ήταν...”
Στεναχωρεθηκα πολύ.

Από τοτε, όταν βλεπω γάτες στο δρόμο σκέφτομαι. Σκέφτομαι τα τρία γατακια στο κουτί και την ειρωνεία. Οτι δηλαδή, από τα τρία γατάκια που μεταφέραμε, το πιο αδύναμο είναι σημερα το πιο δυνατό. αυτό που παραπονιόταν συνεχώς, επιβίωσε επίσης μια χαρά κι ότι τελικά ήταν το πιο μαχητικό εκείνο που δεν τα κατάφερε.
Εκείνο που προσπαθούσε μανιωδώς να βγει απο το κουτί.