Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

Το σκουπιδάκι στο μάτι

Σαλβαδόρ Νταλι, για την ταινια του Αλφεντ Χίτσκοκ Spellbound. Curtain of eyes

Σήμερα είναι μεγάλη μερα. Εγώ κι η “Ιδέα” μου κλείνουμε 2 χρόνια γνωριμίας. Εχω κατεβάσει απο την ντουλάπα το καλό μου το κουστούμι, έχω μαγειρέψει ένα ξεχωριστό, εξωτικό πιάτο και θα ανοίξω κι εκείνη τη τη Γαλλική σαμπάνια που φυλάω εδω και πολυ καιρό, για ειδικές περιστάσεις σαν και τη σημερινή. Μετά θα βουλιαξουμε αναπαυτικά στον ωραίο μας καναπέ, θα φάμε τσιζκέικ και θα αναπολήσουμε την πρώτη μας συνάντηση.
Θυμάμαι ήταν βραδιά Τσάμπιονς Λιγκ. Η ομαδάρα έπαιζε τον πιο κρίσιμο αγώνα της. Είχα αγοράσει μισό καφάσι μπίρες και είχα φοβερη αγωνία. Τη στιγμή που ο διαιτητής έριχνε το νόμισμα, χτύπησε η πόρτα. Ήταν ο συνάδελφος μου ο Φωτης απο τη δουλειά. Σιχαμερός τύπος. Είχε έτοιμη μια απάντηση για όλα, αλλά αν τον ρωτουσες για τη δουλειά, δεν ήξερε τίποτα.Μπηκε μέσα και στρογγυλοκάθισε στον καναπέ μου, χαμογελούσε σαν ηλιθιος και πάνω που ήμουν έτοιμος να του πω. "μίλα ρε μαλάκα, τι θες εδω ,έχω να δω μπάλα”, άρχισε πράγματι να μιλάει, με εκείνη την κουδουνιστή αντιπαθητική φωνή του. Με ρώτησε αν ειμαι ευχαριστημένος με τη ζωή μου. Μάλλον κάτι πήγαινε να μου πουλησει το λαμόγιο, έτοιμος ήμουν να τον πετάξω έξω με τις κλωτσιές, οταν άρχισε να μου ξεφουρνίζει το παραμύθι. Ακούστηκε λέει κάπου, πως στις επόμενες απολύσεις θα ήμουνα κι εγω μέσα. Χάρη μου εκανε που ήρθε να μου το πει, επειδή με συμπαθούσε  και ήταν αδικία να διώξουν εμένα και όχι τον κυριο Ταδόπουλο ή την κυρία Δεινοπούλου.“.Κι άντε να βρεις μετά δουλεια,” συνέχισε ακάθεκτος. Το μυαλό μου έφυγε από το ματς οριστικά. Ήξερα πως οι απολυσεις ήταν προ των πυλών αλλά δεν φαντάστηκα οτι θα ήμουν εγω αναμεσα στους εκλεκτούς. Το βυσμα που με είχε χώσει στην εταιρεία είχε φύγει, ένιωθα ξεκρεμαστος. Ο Φωτης είδε την ανησυχία μου και άρχισε να τα γυρίζει. “Λέγε ρε μαλάκα θέλουν να με διώξουν ή όχι;”, ήμουν έτοιμος ξανά να ρωτήσω, αλλά και πάλι, δεν προλαβα γιατί άρχισε ξαφνικα να μου μιλάει για Εκείνη. Για την “Ιδέα” του. Ότι από τότε που τη γνώρισε δεν ανησυχούσε για τίποτα, αισθανόταν αυτοπεποίθηση κι ασφάλεια, κι αυτός κι οι υπόλοιποι ομοΙδεάτες του. Κι ότι όποτε και άν ήθελα βέβαια, θα μπορούσα να τη γνωρίσω καλύτερα.
Φυσικά δεν έδωσα καμία σημασία. Γραμμένο τον είχα και το Φωτη και τις “ιδέες” του. Εκείνος το κατάλαβε μάλλον και μετά απο 10 λεπτά έφυγε. Η ομαδάρα συνέχιζε στην οθόνη μου, κέρδιζε και 2-0 αλλά δεν είχε πια καμιά σημασία. Ανοιξα ένα κουτακι μπύρα και ήπια μια, δυο, τρεις γουλιες. Ήμουν μόνος. Τελείως μόνος. Χωρίς δουλεια δεν θα μπορούσα καθόλου να ανεχτώ τον εαυτο μου. Σκέφτηκα το φίλο μου τον Μάκη. Παλιά την ομαδάρα τη βλέπαμε μαζί. Πίναμε, σχολιαζαμε το αποτέλεσμα ώρες πολλές, μας έβρισκε το πρωί. Μετά ο Μάκης μετακόμισε σε άλλη πόλη και την έβλεπα μόνος μου. Ποτέ δεν ήμουν καλός στο να κάνω φίλους.Σκέφτηκα για λιγο την “Ιδέα” που έλεγε ο συναδελφος. Σιγά την “Ιδέα”. Γελοία μου φαινόταν.
Ο Φώτης την επόμενη με διαβεβαίωσε πως δεν θα ήμουν στους απολυμένους. Είχε τις πληροφορίες του. Ήρθαμε πιο κοντά, μου μιλούσε για την “Ιδέα” όλο και πιο συχνά. Μια μέρα με κάλεσε σε μια συνάντηση. “Γιατι όχι;” σκεφτηκα. Κι από τότε είμαστε μαζί. Εγώ, η Ιδέα και πολλοι άλλοι άνθρωποι που την ενστερνίζονται. Εκείνοι δεν ειναι σαν και μένα, δεν έχουμε κανένα κοινό στοιχείο, μας ενώνει ομως ο κοινός σκοπός. Η λατρεία μας για αυτήν και την εξάπλωση της. Ειμαστε Εραστές της, Υπηρέτες της, Απόστολοι της. Ο κόσμος όλος ειναι ο στόχος μας, ο κόσμος που ζει σε μια πλάνη και εμείς οφείλουμε να αποκαταστήσουμε το λάθος με κάθε τρόπο. Εχουμε πολλους εχθρούς. Όσοι δεν πιστευουν στην “Ιδεα” μας, ειναι εχθροί μας. Γιατί μόνο Αυτή υπάρχει και τίποτα αλλο. Και δεν μπορεί να μπει κανείς ανάμεσα σε εμάς και στην “Ιδέα”, γιατί η πίστη μας σε αυτή είναι απόλυτη.
Μια φορά θυμάμαι μόνο πήγα να την πατήσω, να δοκιμαστούν τα όρια μου, όταν μια κοπέλα προσπάθησε να μπει ανάμεσα σε μένα και στην Ιδέα μου. “Δεν είναι κακό να έχεις ιδέες...Αλλά μονο μία;” απόρησε όταν της πρωτομίλησα για Αυτή. Της εξηγησα πως οι άλλες ιδέες δεν υπάρχουν ή πρεπει να εξαφανιστούν. 'Κάπως μισαλλόδοξη για “Ιδέα”!, είπε και χαμογέλασε αινιγματικά. Προσπάθησα πολλές φορές να της εξηγήσω τη σχεση μου με την “Ιδέα” μου. Να την κάνω να έρθει στις συναντήσεις μας. Και όντως ήρθε. “Δεν την πιστεύω την Ιδέα σου. Για να είμαι ειλικρινής μου φαίνεται γελοία. Όλοι εκεί μέσα είστε γελοίοι” είπε αμέσως μετά και γελασε δυνατά με αυθάδεια. Και με ανάγκασε να κάνω κάτι που δεν ήθελα αλλά έπρεπε. Σήκωσα το χέρι μου και της έριξα ένα χαστούκι. Γενικά δεν καταφεύγω στη βία, αλλά ειδικά όταν μου προσβάλλουν την “Ιδέα” μου, είναι η μόνη λύση. ”Θα μου το πληρώσεις αυτό”, ειπε η κοπέλα. Φοβήθηκα. Περίμενα την επόμενη μέρα το 100 στο κατώφλι μου. Ομως αντί για αστυνομικούς βρήκα ένα σημείωμα.

“Καποιοι άνθρωποι, σε κάποια φάση της ζωής τους μολύνονται και δεν το παίρνουν χαμπάρι. Νιώθουν βέβαια στην αρχή μια ενόχληση, κάτι στο μάτι τους αλλά δεν μπορούν να καταλάβουν από που προέρχεται, οπότε κάνουν υπομονή, αντέχουν τον πόνο και στο τέλος συνηθίζουν. Ειναι αστείο, γιατί όλη αυτή τη φασαρία τους την προκαλεί ένα τόσο δα σκουπιδάκι, που βρήκε την ευκαιρία και τρύπωσε στο μάτι τους. Κι αυτοι οι άνθρωποι ζουν πλεον με ένα σκουπιδάκι στο μάτι και δεν το ξέρουν. Και σε ολα τα πραγματα, όμορφα ή ασχημα, βλεπουν και αυτό μαζί μέσα. Το σκουπιδακι. Καλή τύχη λοιπόν σε σένα και στο δικό σου σκουπιδάκι.
“ Κι επειδή σίγουρα δεν κατάλαβες η “Ιδέα” σου- που μόνο ιδέα δεν είναι- είναι το δικό σου Σκουπιδακι. Ελπιζω κάποτε να απαλλαγείς απο αυτή”, έγραφε με τεράστια γράμματα στο τέλος. Τσαλάκωσα τη σελίδα με τη γροθιά μου. Δεν είχα βεβαια σκοπό να απαλλαγώ από την “Ιδέα”, αλλά απαλλάχτηκα απ' τη γκόμενα και ευτυχώς χωρίς πολλές φασαρίες.
Πατησα σταρτ στο σιντι πλέιερ κι έκεινο έπαιξε κλασική μουσική. Δεν ειμαι φίλος, αλλά η επέτειος το απαιτούσε. Σερβιρα στον εαυτό μου απο το φαγητό που έφτιαχνα για πρώτη φορά.. Έκανα μια πρόποση. Να μείνω πιστός και δυνατός, μέχρι το τέλος. Η “Ιδέα” ήταν βέβαια εκεί, πάντα εκεί, όμορφη, θαλερή, πιο φρέσκια απο ποτέ. Ο Ερωτας μου για αυτην αιώνιος και η αφοσίωση μου αναμφισβήτητη. Έτρωγα με αργές μπουκιές για να το απολάυσω. Και ξαφνικά, μέσα στο τέλειο κατά τα άλλα πιάτο μου βρήκα ένα σκουπιδακι. Το απομακρυνα με αηδία και συνέχισα απτόητος.

Η Ιδέα μου με κοίταξε από τον αόρατο κόσμο της και χαμογελασε ικανοπoιημένη.